Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2009

Το Ζήτημα των Κουτούπηδων

Το Ζήτημα της ανάκλησης του ειδικού γραμματέα κ Κουτούπη υπήρξε αφορμή για μια δημόσια συζήτηση που αφορά στο θέμα των επιλογών με το πρωτοφανές σύστημα της Ανοιχτής Διακυβέρνησης. Κατά τη γνώμη μου ανακύπτουν δυο σχετικά ζητήματα:

1. Το πρώτο ζήτημα αφορά στο θέμα των ίδιων των επιλογών. Θεωρώ ότι είναι λογικό σε μια τέτοια ανοιχτή διαδικασία να γίνονται και λάθη. Η διαδικασία είναι μαζική, ανοιχτή, εύκολη από πλευράς αιτήσεων και σίγουρα δημιουργεί ένα πρόβλημα διαχείρισης και μιας δικαιολογημένης καθυστέρησης. Όλα αυτά είναι περίπου φυσιολογικά και εκείνο που πρέπει να εξετάζουμε για να ασκούμε κριτική, είναι οι προθέσεις της Κυβέρνησης. Αυτές, οι προθέσεις, και μόνο από την επιλογή Κουτούπη φαίνονται να μην τίθενται σε αμφισβήτηση.
2. Το δεύτερο ζήτημα αφορά στο θέμα των αιτούντων. Η διαδικασία είναι ανοιχτή και εύκολη. Ούτε παράβολα, ούτε ταχυδρομείο, ούτε επικυρώσεις… Αυτό, όμως, δε σημαίνει «κουτσοί στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα». Η ανοιχτή διαδικασία θα έπρεπε να αντιμετωπισθεί με τον ανάλογο σεβασμό από τη μεριά των πολιτών. Αντιλαμβάνομαι, βέβαια, ότι ως λαός δεν έχουμε συνηθίσει σε τέτοιες διαδικασίες και δυσκολευόμαστε να πεισθούμε. Πρέπει, όμως, να δίνουμε λίγο χρόνο για αποδείξεις.
Η αίτηση του κ. Κουτούπη αποτελεί, κατά τη γνώμη μου πάντα, πράξη πολιτικού θράσους! Βρίζουμε δημόσια, δηλώνουμε δημόσια τις ιδιοτελείς προθέσεις μας και προχωράμε κάνοντας «κολοτούμπες» για να αποκτήσουμε μια κρατική θέση. Η αίτηση του κ. Κουτούπη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ανθρώπων που διαθέτουν θράσος. Διότι ο κ Κουτούπης είναι ένα πρόσωπο, το οποίο δεν διαφώνησε απλά με πολιτικές του ΠΑΣΟΚ, αλλά απαξίωσε με τρόπο «πεζοδρομιακό» - όπως ειπώθηκε- όλη τη φιλοσοφία της νέας Κυβέρνησης. Η περίπτωση Κουτούπη μου θυμίζει την παροιμία «εκεί που φτύνουμε γλύφουμε»…

Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2009

Το Ζήτημα των Κατεδαφίσεων...

Με αφορμή το θέμα της κατεδάφισης των παλαιών κτηρίων που θίγει στο παρακάτω άρθρο ο πολύ καλός φίλος, ο Αρχαιολόγος Γιώργος Τζωράκης, μου δίνετε η δυνατότητα να κάνω μια γενική τοποθέτηση για το Ζήτημα των κατεδαφίσεων. Έχουμε μια κακή συνήθεια ως λαός. Έχουμε τη συνήθεια να κατεδαφίζουμε και όχι να αξιοποιούμε, έχουμε τη συνήθεια να ισοπεδώνουμε αντί να επιλέγουμε, έχουμε τη συνήθεια να γκρεμίζουμε αντί να δημιουργούμε.
Το άρθρο που παραθέτουμε αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη περίπτωση η οποία, ωστόσο, απεικονίζει εν πολλοίς τα παραπάνω:
Το Ηρώον του Ηρακλείου - «Το Πάνθεον των Κρητών Αγωνιστών»

Του Γιώργου Α. Τζωράκη*



Επίκαιρο, δυστυχώς, για μια ακόμα φορά, το θέμα της κατεδάφισης των παλαιών κτηρίων της πόλης μας, δίνει μια καλή αφορμή για την αφήγηση της ιστορίας ενός ακόμα μνημείου, άγνωστου, μάλλον, στους πολλούς. Πρόκειται για το Ηρώον του Ηρακλείου στην Πλατεία Ελευθερίας, ανάμεσα στις οδούς Βίγλας και Πεδιάδος, του μοναδικού σωζόμενου δημόσιου κτηρίου μινωικής αρχιτεκτονικής στο Ηράκλειο, που παρά την αποκαρδιωτική του σήμερα εικόνα, γνώρισε κάποτε ημέρες δόξας.

Το Ηρώο κατασκευάστηκε το 1930 από τη Νομαρχία Ηρακλείου, στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 χρόνων από την απελευθέρωση της Ελλάδας και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους. Η σχετική εγκύκλιος της Κυβέρνησης Βενιζέλου, εκτός από τον κεντρικό εορτασμό στην Αθήνα, υπαγόρευε τη διοργάνωση εκδηλώσεων τοπικού χαρακτήρα σε κάθε μεγάλη πόλη, και την ανέγερση «έργων αναμνηστικών αξίων λόγου», που θα αποτελούσαν το επίκεντρο των εορτών.

O τότε Νομάρχης Ηρακλείου Εμμ. Λυδάκης συνέστησε πολυμελή επιτροπή προσωπικοτήτων, την Επιτροπή Εκατονταετηρίδας, επιφορτισμένη με την ευθύνη της διοργάνωσης των εορτών και μια τις πρώτες αποφάσεις της ήταν η ανέγερση «Ηρώου υπέρ των Κρητών Αγωνιστών». Η μελέτη του έργου ανατέθηκε στον αρχιτέκτονα και αρχιμηχανικό, τότε, του Δήμου Ηρακλείου Δημ. Κυριακό, έναν αρχιτέκτονα που έχει αφήσει ανεξίτηλη τη σφραγίδα του στην πόλη. Αξίζει να αναφερθούν ορισμένα δημιουργήματά του, τα οποία αποτελούν και σήμερα τα κύρια κοσμήματα του Ηρακλείου: Η Οικία Τσαχάκη στην οδό Θεσσαλονίκης, το μέγαρο της εφημ. «Πατρίς», η Οικία Λογιάδη (τ. Γαλλικό Ινστιτούτο) στη γωνία Ζωγράφου και Αβέρωφ, καθώς και η Οικία Κοθρή, το άλλοτε ξενοδοχείο «Φλώριδα» και το Μέγαρο Λιοπυράκη στην 25ης Αυγούστου. Ο Κυριακός πραγματοποίησε επίσης την τριχοτόμηση των ενιαίων Τουρκικών Στρατώνων (Κισλάδων) στη Λεωφόρο Δικαιοσύνης, προτείνοντας, από τότε, τη στέγαση της Νομαρχίας, του Δικαστικού Μεγάρου και της Αστυνομίας, αντιτασσόμενος σθεναρά στις φωνές που ζητούσαν, απερίσκεπτα και τότε, την κατεδάφιση των παλιών κτισμάτων της πόλης. Τα μεγαλοπρεπή αυτά κτίσματα, μαζί με πολλά ακόμη, που προσέδωσαν μια νέα, ευρωπαϊκή μορφή στην πόλη, στηρίζουν κατά τη γνώμη μας τον ισχυρισμό πως ο Δ. Κυριακός ωφέλησε την πόλη του Ηρακλείου όσο την Αθήνα ο Τσίλερ.

Η Επιτροπή Εκατονταετηρίδας είχε προβλέψει μάλιστα και την αρχιτεκτονική μορφή του Ηρώου, το οποίο θα ακολουθούσε «ρυθμό μινωικό», σε μια συμβολική απόπειρα σύνδεσης των επιμέρους περιόδων της Κρητικής ιστορίας. Την εποπτεία της ανέγερσης του μνημείου ανέλαβε 4μελής επιτροπή, αποτελούμενη από τον Κυριακό, το Νομάρχη Εμμ. Λυδάκη, το Δήμαρχο Ανδρέα Παπαδόπουλο, και το Διευθυντή του Αρχαιολογικού Μουσείου Ηρακλείου Σπυρίδωνα Μαρινάτο. Την 19η Ιουνίου 1930 το Δημοτικό Συμβούλιο Ηρακλείου, ύστερα από σχετική αίτηση της Επιτροπής, ενέκρινε «όπως διατεθεί χώρος παρά την Πλατείαν Ελευθερίας και εις θέσιν Ντιγλή Περβόλι, προς ανέγερσιν του επί ταις Εορταίς της Εκατονταετηρίδος Ηρώου του Νομού Ηρακλείου».

Το κτίσμα είχε διαστάσεις 12 Χ 9,30 μ. και αντέγραφε αρχιτεκτονικά τον τύπο του Μινωικού Μεγάρου. Αποτελούνταν από μια εξωτερική κιονοστοιχία με δύο ερυθρούς κίονες που δημιουργούσαν ανοιχτή στοά, η οποία οδηγούσε στον κυρίως χώρο. Συμβολικά απέδιδε ανακτορικού τύπου μινωικό ιερό. Όπως, συχνά, και στα μινωικά ιερά, οι εσωτερικοί τοίχοι του Ηρώου περιτρέχονταν από χτιστά πεζούλια, τα θρανία, δηλωτικά και αυτά του λατρευτικού χαρακτήρα του χώρου, και το αντίγραφο ενός μινωικού θρόνου, στο βάθος, συμβόλιζε τη διαρκή παρουσία της αδιόρατης Θεότητος. Η πρόσοψη του Ηρώου επιστεφόταν από επάλληλα ζεύγη κεράτων καθοσιώσεως, τα ιερότερα σύμβολα του μινωικού κόσμου, που συμβόλιζαν εδώ ικετίριους βραχίονες, σε μια αδιάκοπη επίκληση στο Θείον. Στην οροφή του μνημείου, η ενότητα της επίπεδης στέγης διασπάστηκε από υπερυψωμένους φωταγωγούς, που επέτρεπαν τον φυσικό φωτισμό του χώρου, όπως είχαν διδάξει οι Μινωίτες ήδη από την 2η χιλιετία π.Χ. Κατά το πρότυπο, πάλι, των μινωικών μνημειακών κτιρίων, η λίθινη τοιχοποιία ενισχύθηκε με ξυλοδεσιές που αναπαραστάθηκαν με μπετόν, σύμφωνα με την τεχνική που είχε εισαγάγει ο Evans στο ανάκτορο της Κνωσού. Ολόκληρο το υπερυψωμένο ισόγειο μνημείο στηρίχτηκε σε χαμηλό ημιυπόγειο θάλαμο, με είσοδο κάτω από το πρόπυλο, σε ένα επιχειρούμενο συμβολισμό των πρωτοχριστιανικών κρυπτών.

Ο καινοφανής, σήμερα, «μινωικός ρυθμός» στον σχεδιασμό του Ηρώου, βρίσκει και μια πρακτική ερμηνεία στην επισήμανση του Νομάρχη Εμμ. Λυδάκη ότι απέβλεπε στο «να προσελκύσει την προσοχή των ξένων των διερχομένων εκείθεν προς επίσκεψιν των αρχαιοτήτων της Κνωσσού». Βρισκόμαστε, άλλωστε, στις αρχές της δεκαετίας του ʼ30, τότε που τουρισμός στην Κρήτη ήταν ανύπαρκτος και οι αφίξεις των ξένων αποτελούσαν σημαντικό γεγονός, μνημονευόμενο στον τοπικό τύπο κάτω από τον τίτλο «Αφίξεις περιηγητών». Είναι βέβαιο, όμως, πως το σχέδιο του Ηρώου προτάθηκε από τον Σπ. Μαρινάτο, τον τότε Διευθυντή του Μουσείου Ηρακλείου και Έφορο των Αρχαιοτήτων, σε μια εποχή που οι αρχαιολόγοι διαδραμάτιζαν καίριο ρόλο στα πολιτιστικά πράγματα του τόπου. Ήταν, άλλωστε, και η εποχή του “Παμμινωισμού”, του ρεύματος της προϊστορικής αρχαιολογίας που τοποθετούσε, -χωρίς να λείπει και η υπερβολή- τη μινωική Κρήτη στην κορυφή των πολιτισμών του Αιγαίου. Σίγουρα πάντως ήταν τα χρόνια της μεγάλης ανάδειξης της μνημειακής αρχιτεκτονικής της μινωικής Κρήτης, η οποία, με τις αναστηλώσεις του Evans στην Κνωσό, ετύγχανε της μεγαλύτερης δυνατής προβολής και αναγνωρισιμότητας. Η δημιουργία μνημείων μινωικής αρχιτεκτονικής, δεν ξένιζε, άλλωστε, εκείνα τα χρόνια, δεδομένης της περιορισμένης ανάπτυξης ενός «νέο-μινωικού»αρχιτεκτονικού ρυθμού, που, αν και τελικά δεν επικράτησε, είχε, ωστόσο, αρχίσει να εξελίσσεται, από τα πρώτα χρόνια της ανακάλυψης των μινωικών ανακτόρων.

Η ανέγερση του Ηρώου ξεκίνησε με γοργούς ρυθμούς μετά την άνοιξη του 1930 και οι αντιδράσεις του τύπου της εποχής ήταν ενθουσιώδεις: «Το Ηρώον μας ευρίσκεται εν τω περατούσθαι. Ολόκληρος η γύρω έκτασις διαμορφούται κατά τρόπον καλαισθητικόν και προπαρασκεαζόμενον προς την εικόνα που παρουσιάζει το ιδρυθέν εκεί μνημείον». Και αλλού: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όσοι Ηρακλειώται λείπουν πολύ καιρόν από το Ηράκλειον και σκέπτονται να μας έρθουν τώρα με την ευκαιρίαν των εορτών, θα δοκιμάσουν ευαρεστοτάτας εντυπώσεις με την πράγματι ωραία εικόνα που παρουσιάζει ο Κήπος μας και εν γένει ολόκληρος η Πλατεία των Τριών Καμάρων με την καλλιτεχνικήν διαρύθμισίν της». Επίσης: «Ήρχισε να πρεπίζει ο χώρος του περβολιού του Μάρκογλου. Οι εργάτες εργάζονται για την ανέγερση του Ηρώου και τη νύχτα ακόμη. Και το Ηρώο παίρνει πια φόρμα. Φόρμα που μας δείχνει πως θα γίνει κάτι το έχταχτο… Καθώς είναι γνωστό θα πάρει μινωικό ρυθμό… Οι κολώνες μάλιστα οι ανεστραμμένες έγιναν κιόλας. (...) Το φανταζόμαστε από τώρα χρωματισμένο και το απολαβαίνομε με τη φαντασία. Γύρω – γύρω κήπος- πρασινάδα. Πάνω του μεγαλόπρεπο το μπεντένι…Θα ʼναι κάτι το έχταχτο, το ξαναλέμε. Ακόμα έτσι το Ηράκλειο μαζί με το βενετσιάνικο, ανατολίτικο και σύγχρονο χρώμα αποκτά και το μινωικό». Και τέλος: «Μολονότι του λείπουν ακόμη πολλαίς συμπληρώσεις, εν τούτοις το καλλιτέχνημα συγκινεί και τον πειο ανίδεο άνθρωπο…».

Ως ημερομηνία έναρξης του διήμερου εορτασμού της εκατονταετηρίδας στο Ηράκλειο ορίζεται η 5η Οκτωβρίου 1930. Περιλαμβάνει δοξολογία, παρελάσεις, πανηγυρικούς λόγους, επιμνημόσυνες δεήσεις, καταθέσεις στεφάνων, κ.α. Την κυβέρνηση εκπροσωπούν ο Υπουργός Στρατιωτικών Θ. Σοφούλης και ο Πρόεδρος της Κεντρικής Επιτροπής Εορτασμού Εκατονταετηρίδος Ιω. Δαμβέργης, μαζί με μεγάλο αριθμό αξιωματικών του ναυτικού και των ευζώνων. Συμμετέχουν επίσης εκπρόσωποι ξένων κρατών, συλλόγων, και πλήθος δημοσιογράφων από την Αθήνα. Στην πόλη του Ηρακλείου έχουν συρρεύσει χιλιάδες κάτοικοι από ολόκληρο το Νομό Ηρακλείου αλλά και από τους γύρω νομούς.

Τα αποκαλυπτήρια του Ηρώου προγραμματίστηκαν στις 4 μ.μ., κατά την πρώτη ημέρα των εορτασμών. Οι θρυλικότεροι από τους εν ζωή τότε αγωνιστές των κρητικών επαναστάσεων, «προσερχόμενοι με την Κρητικήν στολήν των και την πανοπλίαν των», παρέστησαν ως τιμητική φρουρά του νέου μνημείου. Ο τύπος των ημερών σημειώνει με δέος την παρουσία των Ιω. Αϊνικολιώτη, Καπετάν Χατζομιχάλη, Γιάννη Πολυξίγκη, Καραντινού, Γ. Κοκκινάκη, Απ. Τσαπάκη, Εμμ. Μπιζαράκη, Ματθ. Ζαχαριάδη, Γ. Σισμινάκη, Γ. Ξύδη, Εμμ. Κοντή, Μύρ. Καραγιαννάκη, Γ. Πατσιδιανού «και άλλων γνωστών και άγνωστων από την χορείαν των παλαιών αγωνιστών του 1866 και εντεύθεν.

Από τον Ηρακλειώτικο τύπο, που καλύπτει λεπτομερώς τις εορτές, αντιγράφουμε και το χρονικό των αποκαλυπτηρίων του Ηρώου: «Προκειμένου εις τας 4 μ.μ. να γίνουν τα αποκαλυπτήρια του Ηρώου, ήρχισαν από 3.30 καταφθάνοντα τμήματα στρατού με τας μουσικάς των. (…) Ακολούθως καταφθάνουν οι παλαιοί αγωνισταί συντεταγμένοι με επί κεφαλής τας σημαίας των κρητικών επαναστάσεων φέροντες και τα όπλα των. Ούτοι τοποθετούνται επί των βάθρων της κλίμακος ένθεν και ένθεν του Ηρώου. Παραλλήλως παρετάχθησαν τα σχολεία και ένθεν ο κόσμος επλήρωσεν ασφυκτικώς την Πλατείαν. (…) Ο κ. Σοφούλης αποκαλύπτει είτα το Ηρώον υπό τους κανονιοβολισμούς των παρά την Βίγλαν πυροβόλων, του Αντιτορπιλικού Έλλη και τας ζητωκραυγάς του πλήθους, ανακρουώντων των μουσικών του Εθνικού Ύμνου. (…) «Ιδιαιτέρως συνεκίνησεν η σύντομος αλλ΄ ιδιαιτέρως εμπνευσμένη προσφώνησις του κ. Δαμβέργη, προέδρου της Κεντρικής Επιτροπής Εκατονταετηρίδας, καταθέσαντος αναμνηστικήν πλάκα φέρουσαν την επιγραφήν: Εις την πολυθαύμαστον Κρήτην, την εξανθίσασαν άνθη τα τίμια, αιωνία η ευγνωμοσύνη». Και αλλού: «Ο κόσμος δεν παύει να κινείται όλο το μεσημέρι ως τις 4, ώρα που είναι ορισμένη για τα αποκαλυπτήρια του Ηρώου. (…) Στα δύο δεόμενα χέρια του Ηρώου κυματίζουν δύο γαλανόλευκες. Την πρόσοψή του τη σκεπάζουν σαν μπερντέδες δυο άλλες σημαίες. Σε μια στιγμή οι σημαίες αυτές παραμερίζουν και το Ηρώον προβάλει με όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Οι κολώνες του οι κόκκινες, η θύρα του, το εσωτερικό του με τη διπλή σειρά των εδωλίων και το θρόνο στο βάθος κάνουν εξαίρετη εντύπωση στους ξένους, γιατί δεν είναι να γίνεται λόγος για τον κόσμο των Ηρακλειωτών, που το παρακολούθησε από την κατάθεση του πρώτου λιθαριού, ως το τέλειο αποπεράτωμά του, με αληθινή στοργή. […] Κι οι ξένοι, κι ο κ. Σοφούλης και ο κ. Δαμβέργης και οι κ.κ. Πετρίδης, Γρηγορίου, Μπρισιμιτζάκης κι ο Στρατηγός Κόρακας, καθώς και ο Υπουργός Γεν. Διοικητής Κρήτης Κ. Κατεχάκης έμειναν ενθουσιασμένοι απ΄ το μοναδικό αυτό μαυσωλείο που αποτελεί κόσμημα για την πόλη».

Η οικονομική δυσπραγία της εποχής επέβαλε την διʼ εράνων ανέγερση του Ηρώου. Σχετικές εκκλήσεις της Επιτροπής Εκατονταετηρίδας και της Νομαρχίας Ηρακλείου προς τους Δήμους, τις Κοινότητες, τα Επιμελητήρια, τα Σωματεία, τα Ιδρύματα, τους Συνεταιρισμούς, αλλά και τους κατοίκους του νομού, ζητούσαν την οικονομική ενίσχυση της Επιτροπής. Οι εκκλήσεις εισακούστηκαν, δημιουργώντας μια ασυνήθιστη, για τα σημερινά δεδομένα, άμιλλα μεταξύ φορέων και κατοίκων για τη συγκέντρωση χρημάτων, τις χορηγίες των οποίων η Επιτροπή κοινοποιούσε κάθε φορά δια του τύπου, κάτω από τον τίτλο «Υπέρ Ηρώου» ή «Υπέρ Εκατονταετηρίδος». Από ένα πρόχειρο υπολογισμό των δημοσιευμένων χορηγιών και με δεδομένο ότι ο προϋπολογισμός του Ηρώου ανήλθε στις 200 χιλιάδες δρχ., διαπιστώνεται πως το έργο χρηματοδοτήθηκε σχεδόν εξολοκλήρου από εράνους. Την διʼ εράνων ανέγερση του Ηρώου επιβεβαίωσε, σε παρέμβασή του στον τύπο και ο ίδιος ο αρχιτέκτονας του μνημείου, ο οποίος προανήγγειλε την τοποθέτηση στο χώρο του Ηρώου ειδικών στηλών, όπου θα αναγράφονταν «αι κοινότητες αι οποίαι συνετέλεσαν εις την ανέγερσιν του έργου».

Στα άμεσα σχέδια του Κυριακού ήταν η μετατροπή του Ηρώου σε Ιστορικό-Εθνολογικό Μουσείο της Κρήτης, με την επέκταση του υφιστάμενου κτίσματος. «Το σημερινό λοιπόν Ηρώον θα είναι μόνον είσοδος προς το Ναόν-Μουσείον, όπου θα είναι αναρτημένα οι εικόνες, τα όπλα και εν γένει τα αντικείμενα εκάστου ήρωος». Το όραμα αυτό πιθανώς επηρεάστηκε και πάλι από τον Έφορο Αρχαιοτήτων Μαρινάτο, ο οποίος κατά τη διάρκεια των εορτών είχε διαμορφώσει ειδική αίθουσα στο Μουσείο Ηρακλείου, όπου συγκέντρωνε και εξέθετε κειμήλια της επανάστασης. Ωστόσο, η επέκταση αυτή δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Οι λόγοι που προβάλλουν ως προφανείς είναι αναμφίβολα οι οικονομικοί, δεδομένης της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης με το κραχ του 1929, από τα οποία δεν ξέφευγε βέβαια η Κρήτη και το Ηράκλειο. Από την ίδρυσή του και για τα επόμενα χρόνια το μνημείο αποτελούσε, πάντως, το κύριο Ηρώο του Ηρακλείου, στους εορτασμούς των ιστορικών επετείων, με τελετές που περιλάμβαναν πανηγυρικούς λόγους, κατάθεση στεφάνων και απόδοση στρατιωτικών τιμών.

Εκτός από τη λειτουργία του στις εθνικές εορτές το Ηρώον είχε την ίδια εποχή και παράλληλη χρήση. Μέσα στο Ηρώο, που ήταν επισκέψιμο και εκτός εορτών, φυλάσσονταν, κάποια από τα αναθήματα και τα πολεμικά κειμήλια, που είχαν προσκομίσει στο Αρχαιολογικό Μουσείο οι απόγονοι των Κρητών αγωνιστών, κατά τους εορτασμούς της Εκατονταετηρίδας. Την ευθύνη του χώρου είχε ο φύλακας Γ. Σαριδάκης. Σύμφωνα με μαρτυρίες, στους τοίχους του Ηρώου ήταν αναρτημένοι πίνακες με πορτραίτα αγωνιστών και διάφορες σημαίες και λάβαρα. Βέβαιη είναι και η ύπαρξη άλλων ενθυμημάτων, όπως η τιμητική πλάκα του Ιω. Δαμβέργη που προαναφέρθηκε, ή ένας αναμνηστικός πίνακας με τα ιστορικά γεγονότα και τις βιογραφίες των παλαιμάχων αγωνιστών του Κρουσώνα που, όπως αναφέρει ο τύπος των ημερών των εορτασμών, κατατέθηκε από τον «Σύλλογο Εφέδρων Κρουσανιωτών», αντί στεφάνου, στο Ηρώο. Υπάρχουν, όμως, και άλλα στοιχεία για τα φυλασσόμενα κειμήλια στο Ηρώο: Σε αναδημοσίευση φύλλου της εφημ. Ίδη του 1937 στην εφημ. Πατρίς, με αφορμή αφιέρωμα στο Οπλαρχηγό Τσαγκαραντώνη (Αντ. Ξενάκη) στις 10/8/2006, δίνεται η πληροφορία ότι η σημαία του Καπετάν Τσαγκαραντώνη «βρίσκεται σήμερα κατατεθειμένη στο Ηρώο Ηρακλείου». Η ύπαρξη της ιστορικής σημαίας, μαζί με άλλα αντικείμενα του Τσαγκαραντώνη στο Ηρώο, επιβεβαιώνεται από τους απογόνους του Ήρωα, Παναγιώτη και Γιάννη Δασκαλάκη.

Εξάλλου, σε δημοσίευμα στην εφημ. Τόλμη στις 27/08/2004, του Μαν. Δεδελετάκη, που αντιτασσόταν στο πιθανό, -από τότε-, ενδεχόμενο της κατεδάφισης του μνημείου, έχουμε λεπτομερή περιγραφή του εσωτερικού του Ηρώου. Ο Δεδελετάκης θυμάται τα μαθητικά του χρόνια, το 1938, και τις εκπαιδευτικές εκδρομές στο Ηρώο με τη δασκάλα του Γεωργία Παπαδάκη – Δανδουλάκη, για να διδαχθούν την τοπική ιστορία. Θυμάται στο κέντρο μια μεγάλη βιτρίνα, στρωμένη με βελούδο, που περιείχε ένα μαυρισμένο κρανίο,- του Κόρακα, τους έλεγε η δασκάλα-, ένα δάφνινο στεφάνι, κρητικά μαχαίρια, πιστόλια, κι ένα τουφέκι, μαζί με ένα κόκκινο σκούφο και μια κρητική φορεσιά. Γύρω από τη μεγάλη βιτρίνα, θυμάται πολλές ακόμα μικρότερες, που φιλοξενούσαν κρανία και όπλα άλλων αγωνιστών. Στους τοίχους της αίθουσας, θυμάται πορτραίτα αγωνιστών, μαζί με πολεμικά λάβαρα και σημαίες, μαυρισμένες από το χρόνο και χιλιοτρυπημένες από τις μάχες, μαζί με δάφνινα στεφάνια, και πολλά όπλα και γιαταγάνια με ασημένια σκαλίσματα στις λαβές. Όλες οι παραπάνω πληροφορίες και αντίστοιχες μαρτυρίες παλαιότερων συμπολιτών μας, όπως η κα Παρή Κάβου, και ο κ. Μανόλης Σαριδάκης, πιστοποιούν με τον πιο έγκυρο τρόπο ότι το Ηρώον, παρά τη μη επέκτασή του, την οποία σχεδίαζε ο Κυριακός, είχε μετατραπεί σε Μουσείο ενθυμημάτων των κρητικών επαναστάσεων. Το πρώτο Ιστορικό-Εθνολογικό Μουσείο της πόλης του Ηρακλείου.

Σημείο καμπής στη λειτουργία του Ηρώου αποτέλεσε η κατάληψη της Κρήτης από τους Γερμανούς, το Μάιο του 1941. Τις μέρες της αναρχίας που προηγήθηκε της κατάληψης της Κρήτης, η πόλη του Ηρακλείου, λεηλατήθηκε από συμμορίες ντόπιων πλιατσικολόγων. Θύμα της σκοτεινής αυτής σελίδας της ιστορίας της πόλης έπεσε, σύμφωνα με μαρτυρίες και το Ηρώο, μαζί με τα κειμήλια που φιλοξενούσε. Κανένας, εξάλλου, δε θυμάται το Ηρώο να λειτουργήσει ξανά μετά την Κατοχή. Ακόμα και ο πενιχρός εορτασμός της πόλης του Ηρακλείου στην επέτειο της 25ης Μαρτίου του 1942, που ήταν ο πρώτος εορτασμός της επετείου μετά την εισβολή των Ναζί, δεν περιλάμβανε κατάθεση στεφάνων στο Ηρώο, παρά μονάχα στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη.

Με τα δεδομένα που προκύπτουν από την έως τώρα μελέτη μας, είναι σχεδόν βέβαιο πως μεγάλος αριθμός των κειμηλίων του Ηρώου δε γλίτωσε την καταστροφή. Κάποια ίσως έφτασαν στους απογόνους των αγωνιστών, ενώ πολλά πουλήθηκαν σε σχετικές συλλογές. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις της τελευταίας κατηγορίας φαίνεται πως αποτελούν τα κειμήλια του Στυλιανού Πρατσινάκη ή Ντάλια, από την Κάτω Βάθια, τα οποία, ενώ στον τύπο της εποχής των εορτασμών αναφέρονται ως δωρεά απογόνου του ήρωα προς το Αρχαιολογικό Μουσείο, για να εκτεθούν στην ειδική αίθουσα της Εκατονταετηρίδας, σήμερα βρίσκονται στο Ιστορικό Μουσείο Κρήτης. Ωστόσο, ενώ για το σύνολο των μεσαιωνικών και μεταγενέστερων εκθεμάτων που, ως γνωστόν παραχωρήθηκαν, σταδιακά, από το Αρχαιολογικό Μουσείο στο Ιστορικό μετά την ίδρυσή δευτέρου, οι κατάλογοι εισαγωγής αντικειμένων του Ιστορικού Μουσείου Κρήτης αναφέρουν ως τρόπο απόκτησης τη φράση «Παρακαταθήκη Δημοσίου», εντούτοις, τα κειμήλια Πρατσινάκη, αν και ευρισκόμενα αρχικά στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου, στους καταλόγους του Ιστορικού Μουσείου αναφέρονται ως αγορασθέντα από ιδιώτες, και μάλιστα από ιδιώτες που θέλησαν να κρατήσουν την ανωνυμία τους.

Γίνεται λοιπόν αντιληπτό ότι τα αντικείμενα αυτά παραχωρήθηκαν δύο φορές στην ιστορία τους, σε δύο διαφορετικά Μουσεία της Κρήτης, το 1930 στο Αρχαιολογικό Μουσείο και το 1957 στο Ιστορικό. Την πρώτη φορά όμως δωρίθηκαν από τις οικογένειες των αγωνιστών, ενώ τη δεύτερη φορά πουλήθηκαν από αγνώστους ιδιώτες, που μόνο η παράνομη κατοχή των αντικειμένων αυτών ερμηνεύει την τήρηση της ανωνυμία τους στους καταλόγους του Ιστορικού Μουσείου.

Αν ευσταθούν τα συμπεράσματά μας, το παράδειγμα των κειμηλίων Πρατσινάκη φωτίζει την πορεία κάποιων αντικειμένων που αρχικά συγκεντρώθηκαν στο Αρχαιολογικό Μουσείο για τον εορτασμό της Εκατονταετηρίδας και αργότερα εκτέθηκαν στο Ηρώο, απʼ όπου αποσπάσθηκαν βίαια, όταν αυτό λεηλατήθηκε τις πρώτες ημέρες τις Γερμανικής εισβολής. Φαίνεται πως όσα εκθέματα δεν καταστράφηκαν τότε, ακολούθησαν το δρόμο της παράνομης κατοχής και της πώλησης, όπως τα κειμήλια Πρατσινάκη, που, ευτυχώς, σώζονται μετά την εξαγορά τους από την Ε.Κ.Ι.Μ. Αντίστοιχη πορεία φαίνεται πως ακολούθησαν και άλλα κειμήλια όπως μια «Σημαία του Κόρακα» και μια «Σημαία των Νιώτη και Σπιθούρη», τα οποία αναφέρονται στα εκθέματα του Αρχαιολογικού Μουσείου το 1930 και σήμερα εκτίθενται στο Ιστορικό Μουσείο Κρήτης ως αγορές από αγνώστους.

Μετά τη λεηλασία του, το Μάιο του 1941, το Ηρώον των Κρητών Αγωνιστών έχει πια εγκαταλειφθεί. Η λειτουργία του ως Ηρώου αλλά και ως Μουσείου έχει πλέον εκλείψει και η παραμονή του φύλακα Σαριδάκη συνδέεται μόνο με την περιποίηση του ανθόκηπου που είχε διαμορφωθεί στον περίβολο του μνημείου. Η τελευταία φορά που το Ηρώο του Ηρακλείου βρίσκεται στο προσκήνιο είναι τον Ιούνιο του 1944. Η πόλη του Ηρακλείου, εκτός από τα δεινά που προκαλούσαν οι Γερμανοί, είχε να αντιμετωπίσει και τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς, που επιχειρούσαν να πλήξουν γερμανικούς στρατιωτικούς στόχους. Σε έναν από τους βομβαρδισμούς αυτούς, πιθανόν εκείνον της 2ας Ιουνίου 1944, όπως θυμάται ο κ. Απόστολος Ζεϊμπέκης, μια βόμβα έπληξε το χώρο του Ηρώου. Στον περίβολο βρισκόταν εκείνη την ώρα η νεαρή προσκοπίνα Αυγή Ανωγειανάκη, που είχε επισκεφτεί τον ανθόκηπο του Ηρώου για να αγοράσει γαρύφαλλα. Από τα θραύσματα της βόμβας η Αυγή βρίσκει ακαριαίο θάνατο μέσα στον περίβολο του Ηρώου. Τους αψευδείς μάρτυρες αυτού του γεγονότος ίσως να αποτελούν οι τρύπες, που διακρίνονται και σήμερα στον ανατολικό τοίχο του Ηρώου, αν αυτές δεν προκλήθηκαν από άλλα γεγονότα της ταραχώδους, σύγχρονης ιστορίας του Ηρακλείου. Οι παλαιότεροι κάτοικοι του Ηρακλείου θυμούνται, πάντως, μέσα στην αυλή του Ηρώου, ένα ψηλό και θαλερό κυπαρίσσι, που ο πατέρας της Αυγής και οι φίλοι της από τους Προσκόπους φύτεψαν στο σημείο που άφησε την τελευταία της πνοή.

Σήμερα το κυπαρίσσι της Αυγής δεν υπάρχει. Και η συνολική εικόνα του Ηρώου των Κρητών Αγωνιστών δεν τιμά την πόλη του Ηρακλείου και τους ανθρώπους της. Εγκατάλειψη και βεβήλωση είναι οι λέξεις που μπορούν να περιγράψουν τη σημερινή κατάσταση του μνημείου, το οποίο εγκλωβίζεται ανάμεσα σε μεταγενέστερα προσκτίσματα, όπως οι τουαλέτες (!) και τα πρόχειρα υπόστεγα. Τα ιερά κέρατα που επέστεφαν το θριγκό του μνημείου έχουν εξαφανιστεί, ενώ οι γυάλινοι φεγγίτες έχουν αντικατασταθεί με σιδερένια πλέγματα και λαμαρίνες. Οι σοβάδες αποκολλούνται και η τοιχοποιία ρηγματώνεται με γοργούς ρυθμούς από την οργιώδη βλάστηση που αναπτύσσεται πάνω στα αρχιτεκτονικά μέρη του Ηρώου. Άγνωστα χέρια έχουν επιχρωματίσει τους ερυθρούς κίονες και την ζωηρή μετώπη του θριγκού, αντικαθιστώντας τη μινωική πολυχρωμία με την ψυχρή λευκότητα του ασβέστη. Πανύψηλα, πυκνά δέντρα έχουν αφεθεί, λες επίτηδες, απεριποίητα, για να κρύψουν την πρόσοψη του Ηρώου, δημιουργώντας ένα μνημείο-φάντασμα, άγνωστο, δυστυχώς, στους περισσότερους κάτοικους της πόλης. Και η σημαντική ιστορία του Ηρώου, που ταυτίζεται, αναπόφευκτα, με τη σύγχρονη ιστορία της πόλης, άγνωστη στους περισσότερους, λησμονείται, καθώς “μισεύουν” ένας-ένας οι άνθρωποι εκείνοι που έζησαν τη δόξα του και είναι σε θέση να μας διδάξουν τη σημασία του.



Η σύγχρονη

«Ιστορία»

Του Ηρώου



Οι σύγχρονες περιπέτειες του Ηρώου του Ηρακλείου είναι εξίσου ενδιαφέρουσες με την πολυτάραχη ιστορία του. Ύστερα από δικαστικούς αγώνες, που ξεκίνησαν από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ʼ50 και ολοκληρώθηκαν πρόσφατα, ο χώρος που είχε διατεθεί από τον Δήμο Ηρακλείου στη Νομαρχία για να χτιστεί το Ηρώο το 1930, αποδόθηκε σε ιδιώτες. Από τότε ξεκινούν τα πιεστικά αιτήματα των ιδιοκτητών του χώρου για την κατεδάφιση του ιστορικού μνημείου και την ανέγερση νέας οικοδομής, παρά τη ρητή επισήμανση, από το 1936, όλων των σχεδίων πόλης του Ηρακλείου που χαρακτηρίζουν τον χώρο ως κοινόχρηστο και αδόμητο.

Το 2004 η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Κρήτης εισηγείται προς το Υπουργείο Πολιτισμού την κήρυξη του Ηρώου ως ιστορικού διατηρητέου μνημείου. Αντίστοιχη εισήγηση υποβάλλει προς τους αρμόδιους τοπικούς φορείς και ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων Νομού Ηρακλείου. Το 2006 το Υπουργείο Πολιτισμού δια του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων, απορρίπτει την εισήγηση της αρμόδιας Εφορίας Νεωτέρων Μνημείων και δεν κηρύσσει το Ηρώο διατηρητέο ψηφίζοντας ομόφωνα (!) ότι « δεν αποτελεί κτίριο με αξιόλογα αρχιτεκτονικά, μορφολογικά, καλλιτεχνικά ή ιστορικά στοιχεία και, επομένως, δεν πληροί τις αυξημένες προϋποθέσεις, οι οποίες τίθενται από το άρθρο 6, παρ.1γ του Ν.3028/2002».

Από τότε έχουν μεσολαβήσει νέες εισηγήσεις για την κήρυξη του Ηρώου ως διατηρητέου, από το Τμήμα Ανατολικής Κρήτης του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, την Επιτροπή Αρχιτεκτονικού Ελέγχου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηρακλείου και την 13η Εφορία Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων, η οποία, μάλιστα, έχει διευκρινίσει ότι ακόμα και σε περίπτωσης κατεδάφισης δεν χορηγεί άδεια ανέγερσης νέας οικοδομής, καθώς ο χώρος του Ηρώου αποτελεί μέρος τής Βενετικής οχύρωσης του Ηρακλείου. Παράλληλα, έξι τοπικοί Βουλευτές του ΠΑΣΟΚ με ερωτήσεις προς τον Υπουργό Πολιτισμού (κ. Σκουλάς, κ. Στρατάκης, κ. Ματζαπετάκης, κ. Κεγκέρογλου, Φραγκιαδουλάκης, κα Σκραφνάκη) έχουν αξιώσει την προστασία του Ηρώου. Ωστόσο, οι πιέσεις των ιδιοκτητών του χώρου του Ηρώου εντάθηκαν, με αποκορύφωμα την δικαστική διένεξη με υπαλλήλους της Πολεοδομίας του Δήμου Ηρακλείου, ύστερα από την άρνηση των δευτέρων να εκδώσουν άδεια κατεδάφισης του Ηρώου.

Τον Αύγουστο του 2009 το Παράρτημα Κρήτης του Συλλόγου Εκτάκτων Αρχαιολόγων (Σ.ΕΚ.Α) διαβίβασε στην Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Κρήτης εμπεριστατωμένη ιστορική μελέτη του γράφοντος, σχετική με την ιστορία του Ηρώου, ζητώντας την επανυποβολή του αιτήματος προς το ΥΠ.ΠΟ, για την κήρυξη του Ηρώου ως ιστορικού και διατηρητέου μνημείου. Το Παράρτημα Κρήτης του Συλλόγου Εκτάκτων Αρχαιολόγων αξιολόγησε εξαρχής τη σπουδαιότητα του μνημείου, καθώς α) αποτελεί έργο σημαντικού αρχιτέκτονα, β) είναι από τα τελευταία κτίσματα με επιδράσεις από τη μινωική αρχιτεκτονική, γ) χτίστηκε εξʼ ολοκλήρου με δημόσιους εράνους, δ) αποτέλεσε το πρώτο Ιστορικό-Εθνολογικό Μουσείο της Κρήτης ε) είναι συνδεδεμένο με την ιστορική μνήμη της τοπικής κοινωνίας η οποία επιθυμεί τη διατήρησή του, και, επομένως «αποτελεί κτίριο με αξιόλογα αρχιτεκτονικά, μορφολογικά, καλλιτεχνικά και ιστορικά στοιχεία και πληροί τις αυξημένες προϋποθέσεις, οι οποίες τίθενται από το άρθρο 6, παρ.1γ του Ν.3028/2002».

Αμέσως μετά το αίτημα των αρχαιολόγων η αρμόδια Υπηρεσία υπέβαλλε ξανά, πλήρως επικαιροποιημένο, τον φάκελο του Ηρώου προς το Υπουργείο, ευθυγραμμισμένη για μια ακόμη φορά, -και ως εκ τούτου άξια συγχαρητηρίων-, με την καθολική απαίτηση φορέων και κατοίκων της πόλης του Ηρακλείου, που αξιώνουν την προστασία του Μνημείου. Ελπίζουμε αυτή τη φορά το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων και η νέα, πλέον, πολιτική ηγεσία να αντιληφθούν τη σημασία του μνημείου, αναθεωρώντας την απόφασή της απελθούσας ηγεσίας, που, αφενός προσβάλλει το Υπουργείο Πολιτισμού και, αφετέρου, αδικεί την πόλη του Ηρακλείου και τους κατοίκους του.

* Ο Γιώργος Α. Τζωράκης είναι αρχαιολόγος

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2009

Το Κρητικό Ζήτημα

1η Δεκεμβρίου 1913...
Η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα...

Aπό το http://sofoscrete.blogspot.com/

Κατά την επανάσταση του 1821-1830 οι Κρήτες αγωνίστηκαν σκληρά, όπως και οι λοιποί Έλληνες, εν τούτοις είδαν με πόνο απερίγραπτο να μην συμπεριλαμβάνονται στα όρια του ελεύθερου κράτους, όπως αυτά καθορίστηκαν από το πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830.
Και αυτό γιατί έτσι θέλησε η ευρωπαϊκή διπλωματία και κυρίως η Αγγλία. Η αγγλική εξωτερική πολιτική δεν μπορούσε να σκεφτεί ότι κάποια στιγμή δεν ήταν εύκολο γι’ αυτήν, ή ακόμη χειρότερο, αδύνατο, να χρησιμοποιεί ο στόλος της το λιμάνι της Σούδας. Ο στόχος αυτός συνδυαζόταν με το έτερο δόγμα της ακεραιότητας της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ως ανάχωμα στην πάγια επιδίωξη της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, ήδη από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου, της καθόδου δηλαδή της Ρωσίας στη ζεστή θάλασσα, το Αιγαίο.
Και δεν εναντιώθηκε μόνο το 1830 η ευρωπαϊκή διπλωματία στην ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, αλλά πάντοτε όταν...

οι Κρήτες επαναστατούσαν κατά της τουρκικής κυριαρχίας για τον ίδιο σκοπό. Τούτο έγινε το 1841, το 1858, στη γιγαντομαχία του 1866-1868, το 1878, το 1889. Παράλληλα η προπαγάνδα των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων προσπάθησε να καλλιεργήσει στους Κρήτες, κυρίως στους εξέχοντες, μίαν αντίληψη αυτονομίας και ανεξαρτησίας από την υπόλοιπη Ελλάδα. Αντίληψη που βρήκε ευήκοα ώτα και που δημιούργησε πολλά προβλήματα κατά την επανάσταση του 1866. Στην πλειονότητά τους όμως οι Κρήτες απέκρουσαν μια τέτοια λύση.
Την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα το κρητικό ζήτημα αποκτά οξύτητα εξαιτίας του «Ανατολικού Ζητήματος». Η Αγγλία θεωρεί την Κρήτη εκ των ων ουκ άνευ για την θαλάσσια οδό προς τις Ινδίες.
Το 1895 ξεκινά μία νέα επανάσταση, η λεγόμενη μεταπολιτευτική με επικεφαλής τον Μανούσο Κούνδουρο. Ο Κούνδουρος γνωρίζοντας τις διπλωματικές επιδιώξεις των Μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων θεωρούσε την αυτονομία της Κρήτης ως πρώτο βήμα για την ένωση της με την Ελλάδα.
Η ελληνική εξωτερική πολιτική ήταν αντίθετη σε κάθε αυτονομιστική κίνηση, γιατί πίστευε ότι υπήρχε ο κίνδυνος να περιέλθει η Κρήτη σε κάποια ξένη δύναμη, οπότε θα χανόταν οριστικά για την Ελλάδα.
Οι Τούρκοι προέβησαν σε σφαγές και βιαιότητες που προκάλεσαν την επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων. Τελικά επεβλήθη νέος Οργανισμός που έγινε αποδεκτός από την επαναστατική επιτροπή.Η Τουρκική διοίκηση όμως αμέσως άρχισε να υπονομεύει το νέον Οργανισμό με φόνους και βιοπραγίες.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις από την άλλη μεριά προσπαθούν να αποτρέψουν την επέκταση των ταραχών και η ελληνική κυβέρνηση από την άλλη στέλνει πολεμικά πλοία υπό την αρχηγία του πρίγκιπα Γεωργίου για να εμποδίσουν τη μεταφορά του τουρκικού στρατού στο νησί. Την 1η Φεβρουαρίου 1987 φτάνει στην Κρήτη ο συνταγματάρχης Τιμολέων Βάσσος, ο οποίος στο όνομα του βασιλιά της Ελλάδας Γεωργίου του Α’ καταλαμβάνει την Κρήτη και κηρύσσει την Ένωσή της με την Ελλάδα.
Σκληρές μάχες διεξάγονται. Η Κρήτη και πάλι στα όπλα για την ελευθερία της. Τα πλοία των Μεγάλων Δυνάμεων χωρίς οίκτο κανονιοβολούν ανελέητα στις 7 Φεβρουαρίου 1897 το επαναστατικό στρατόπεδο που είχε οργανώσει ο Ελευθέριος Βενιζέλος στο ακρωτήρι Χανίων. Πράξη που ξεσήκωσε την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη υπέρ των Κρητών.
Το Μάρτιο του 1897 οι Ευρωπαϊκές Δυνάμεις αποβιβάζουν στη μεγαλόνησο στρατό και την καταλαμβάνουν. Στα Χανιά οι Ιταλοί στο Ρέθυμνο οι Ρώσοι στο Ηράκλειο οι Άγγλοι και στο Λασίθι οι Γάλλοι. Προτείνουν δε ως λύση την αυτονομία της Κρήτης υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου. Πρόταση που οι Κρήτες δεν αποδέχτηκαν καταρχήν όπως και η ελληνική κυβέρνηση.Ο ατυχής όμως για την Ελλάδα ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 (8 Απριλίου – 8 Μαΐου) αναγκάζει την Ελλάδα να ανακαλέσει τις δυνάμεις της από την Κρήτη.
Οι Κρήτες βλέπουν και πάλι το όνειρό τους για την Ένωση να σβήνει. Μετά από τρεις συνελεύσεις – Αρμένοι Αποκορώνου, Αρχάνες και Μελιδόνι Μυλοποτάμου 16 Οκτωβρίου 1897 – αποδέχονται τη λύση της αυτονομίας που προτείνουν οι Ευρωπαίοι.
Στις 9 Δεκεμβρίου 1898 αποβιβάζεται στο νησί ο ύπατος αρμοστής των Δυνάμεων, πρίγκιπας Γεώργιος, δευτερότοκος υιός του βασιλιά Γεωργίου.Οι Κρήτες τον υποδέχονται με άκρατο ενθουσιασμό και εκλαμβάνουν την παρουσία του στο νησί ως έναν αρραβώνα για την Ένωση. Πολύ γρήγορα όμως οι ελπίδες τους διαψεύδονται. Οι Δυνάμεις ούτε για μια στιγμή δεν αφήνουν περιθώρια για μία τέτοια λύση και στην επίσημη διακοίνωσή τους στο αίτημα του πρίγκιπα για Ένωση δηλώνουν ότι αυτό είναι αδύνατο (Φεβρουάριος 1901).
Ο Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος διαφώνησε με την πολιτική που ακολουθούσε ο πρίγκιπας για να επιτευχθεί η ένωση. Ο πρίγκιπας στήριζε τις ελπίδες του στους συγγενικούς δεσμούς που είχε με τους βασιλικούς οίκους της Ευρώπης. Αντίθετα ο Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος είχε την άποψη ότι η πορεία προς την Ένωση έπρεπε να είναι σταδιακή. Είχε την απόλυτη βεβαιότητα ότι η άμεση επίτευξη της ένωσης ήταν αδύνατη, διότι γνώριζε ποιες ήταν οι μακροπρόθεσμες επιδιώξεις των δυνάμεων. Πίστευε και υποστήριζε ότι έπρεπε πρώτα να ολοκληρωθεί η αυτονομία. Να αποκτήσει η Κρήτη δικιά της πολιτοφυλακή. Να απαλλαγεί από τα ξένα στρατεύματα και να εκλέγει ο κρητικός λαός τον κυβερνήτη του.
Ο Βενιζέλος απολύθηκε από την Κρητική Κυβέρνηση (Μάρτιος 1901) και συκοφαντήθηκε στην Κρήτη και στην Ελλάδα ότι είναι ανθενωτικός και ότι επιθυμεί η Κρήτη να ανακηρυχθεί σε ηγεμονία.Η οξύτατη αυτή πολιτική κρίση οδήγησε τελικά σε ένοπλο αγώνα, στο κίνημα του Θερίσου, 10 Μαρτίου 1905.
Ο ένοπλος αγώνας κράτησε ως το Νοέμβριο του 1905. Οι Δυνάμεις χορήγησαν αμνηστία και δέχτηκαν να κατέλθει στην Κρήτη μία επιτροπή να ερευνήσει επιτόπου την κατάσταση και να προτείνει λύσεις. Η επιτροπή στις 30 Μαρτίου 1906 υποβάλλει στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις την έκθεσή της στην οποία μεταξύ των άλλων σημειώνει … το μόνο φάρμακο στην επικίνδυνη σημερινή κατάσταση είναι η ένωση της Κρήτης με το βασίλειο της Ελλάδος …
Παράλληλα αναγνωρίστηκε στο βασιλιά της Ελλάδας το δικαίωμα να προτείνει αυτός στις Δυνάμεις τον ύπατο αρμοστή.
Ύπατος αρμοστής διορίστηκε ο έμπειρος και μετριοπαθής πολιτικός Αλέξανδρος Ζαΐμης, ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του το Σεπτέμβριο του 1906.
Προηγουμένως η Συντακτική Συνέλευση που προήλθε από τις εκλογές του Μαΐου 1906 είχε κηρύξεις και αυτή την Ένωση της Κρήτης.
Τον Ιούλιο του 1908 άρχισε η αποχώρηση των ξένων στρατιωτικών αγημάτων με προοπτική να ολοκληρωθεί μετά από ένα έτος. Παράλληλα είχε οργανωθεί η κρητική πολιτοφυλακή. Έτσι σιγά – σιγά το αυτόνομο καθεστώς της Κρήτης αποδεσμευόταν από τον έλεγχο των Μεγάλων Δυνάμεων, πράγμα που προοιωνιζόταν ότι ο κρητικός λαός, όταν η συγκυρία θα ήταν ευνοϊκή θα μπορούσε να επιβάλει τη θέλησή του.
Τον Ιούνιο του 1908 ξεσπά στην Μακεδονία το κίνημα των Νεοτούρκων. Ο Σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ υποχρεώθηκε να αναγνωρίσει το Τουρκικό Σύνταγμα. Οι υπόδουλοι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία λαοί πανηγύρισαν διότι πίστεψαν ότι αρχίζει γι’ αυτούς μια νέα ελπιδοφόρα περίοδος.Η Βουλγαρία έσπευσε να ανακηρύξει την ανεξαρτησία της από την τουρκική επικυριαρχία και η Αυστρία να προσαρτήσει τις επαρχίες Βοσνίας και Ερζεγοβίνης.
Οι Κρήτες απογοητευμένοι από την παρελκυστική πολιτική των Δυνάμεων θεώρησαν την κατάσταση που δημιουργήθηκε μετά το κίνημα των Νεοτούρκων ως μία κατάλληλη ευκαιρία να κηρύξουν την Ένωση.Έτσι στις 24 Σεπτεμβρίου 1908 η Κυβέρνηση της Κρήτης εξέδωσε ψήφισμα με το οποίο κήρυξε την ένωση της Κρήτης.Παράλληλα την ίδια ημέρα έγιναν συλλαλητήρια στα Χανιά και στις άλλες κρητικές πόλεις καθώς και σε όλους τους Δήμους της Κρήτης κατά τα οποία ο λαός κηρύσσει την ανεξαρτησία της Κρήτης και την ένωσή της με την Ελλάδα.Παράλληλα την ίδια ημέρα έγιναν συλλαλητήρια στα Χανιά και στις άλλες κρητικές πόλεις καθώς και σε όλους τους Δήμους της Κρήτης κατά τα οποία ο λαός κηρύσσει την ανεξαρτησία της Κρήτης και την ένωσή της με την Ελλάδα.
Οι Νεότουρκοι όμως αντέδρασαν δυναμικά, επιθυμώντας την πρώτη διπλωματική επιτυχία τους, εκτιμώντας ότι ούτε οι Δυνάμεις επιθυμούσαν διακαώς την Ένωση. Έτσι οι Δυνάμεις στη διακοίνωσή τους προς την Τουρκία τον Ιανουάριο του 1909 υπογράμμιζαν ότι για να πραγματοποιηθεί η Ένωση απαιτείται πάντοτε η σύμφωνη γνώμη της Πύλης.
Τον Ιούλιο του 1909 φεύγει από την Κρήτη και ο τελευταίος ευρωπαίος στρατιώτης. Η ευρωπαϊκή αυτή χειρονομία, στην ουσία της συμβολική, αναπτέρωσε το ηθικό των Κρητών.
Δυστυχώς η διεθνής συγκυρία και η πλήρης αδυναμία της Ελλάδας να επιβάλει τη θέλησή της δεν ευνοούσαν την ενωτική λύση. Τον επόμενο μήνα, 4 Αυγούστου 1909, οι Δυνάμεις ζητούν από την Εκτελεστική Επιτροπή να κατεβάσει από όλα τα δημόσια κτίρια την ελληνική σημαία και η τουρκική κυβέρνηση απαιτεί από την ελληνική να αποδοκιμάσει την Ένωση, απειλώντας διακοπή διπλωματικών σχέσεων, πράγμα που υποχρέωσε την Αθήνα να ζητήσει την παρέμβαση των Δυνάμεων, οι οποίες στις 18 Αυγούστου 1909 κατέβασαν βιαίως την ελληνική σημαία από το φρούριο του Φιρκά Χανίων. Δυστυχώς πέρα από τη θέληση του κρητικού λαού υπήρχαν τα ευρωπαϊκά συμφέροντα που στη δεδομένη χρονική στιγμή δεν επέτρεπαν τη δικαίωση των εθνικών πόθων των Κρητών.
Στις 15 Αυγούστου 1909 ξεσπά στην Ελλάδα τι κίνημα στο Γουδί. Το κρητικό ζήτημα πλεγμένο στη δίνη των ευρωπαϊκών συμφερόντων έθετε στην κρητική πολιτική ηγεσία το ερώτημα: εμμονή στην πραξικοπηματική επιβολή της Ένωσης ή συνεννόηση με τις Δυνάμεις. Ο Βενιζέλος έκλινε με τη δεύτερη άποψη.
Τον Αύγουστο του 1910 ο Ελευθέριος Βενιζέλος αφήνει το νησί και αρχίζει την ενεργό πολιτική δράση του στην Ελλάδα. Είχε πια εδραία πεποίθηση, ότι το κρητικό ζήτημα θα λυθεί και οι πόθοι του κρητικού λαού θα εκπληρωθούν μόνο τότε όταν η Ελλάδα θα ήταν σε θέση να επιβάλει την Ένωση με στρατιωτικά μέσα. Έτσι από τη στιγμή που ανέλαβε την ελληνική κυβέρνηση αμέσως ξεκίνησε τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς.
Το Μάρτιο του 1912 διεξήχθησαν εκλογές στην ελεύθερη Ελλάδα και την αυτόνομη Κρήτη. Μία αντιπροσωπεία από Κρήτες βουλευτές αποφασίζουν να έλθει στην ελληνική πρωτεύουσα και να συμμετάσχουν στις εργασιές του ελληνικού κοινοβουλίου.
Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Ελευθέριος Βενιζέλος κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια να ματαιώσει μία τέτοια απόφαση. Γνωρίζει καλύτερα από κάθε άλλον ποιες συνέπειες για το εθνικό θέμα μπορούσε να έχει μια τέτοια πράξη. Θα έδινε αφορμή στην Τουρκία να απειλήσει πόλεμο κατά της Ελλάδας ή ακόμη ανακατοχή της Κρήτης, ενώ η Ελλάδα δε είχε ολοκληρώσει τις στρατιωτικές προετοιμασίες της.
Όταν το πράγμα έφτασε στα άκρα ο Βενιζέλος δεν δίστασε να λάβει βίαια μέτρα για να εμποδίσει την είσοδο των Κρητών βουλευτών στην Ελληνική Βουλή. Για να εκτονωθεί η κατάσταση διέκοψε τις εργασίες της Βουλής για τον Οκτώβριο 1912.
Στις 5 Οκτωβρίου 1912 ξεκινά ο Α’ βαλκανικός πόλεμος. Τα βαλκανικά κράτη Ελλάδα, Σερβία, Μαυροβούνιο και Βουλγαρία κήρυξαν τον πόλεμο στην Τουρκία, παρά τις συντονισμένες και επίμονες προσπάθειες της ευρωπαϊκής διπλωματίας να τον αποτρέψει .
Με την έναρξη του πολέμου και τις πρώτες νίκες των ελληνικών όπλων οι πόρτες του ελληνικού κοινοβουλίου άνοιξαν και υποδέχθηκαν τους Κρήτες Βουλευτές. Στις 11 Οκτωβρίου 1912 υπογράφεται Βασιλικό Διάταγμα με το οποίο ο Στέφανος Δραγούμης διορίστηκε Γενικός Διοικητής της Κρήτης.
Με την πράξη αυτή de facto η Κρήτη έγινε τμήμα του Ελληνικού Κράτους δηλ. de facto συντελέστηκε η Ένωση. H de june ένωση, από άποψη διεθνούς δικαίου, συντελέστηκε με τη συνθήκη του Λονδίνου στις 17 Μαΐου 1913 μεταξύ της Τουρκίας και των εμπόλεμων βαλκανικών κρατών. Με το άρθρο 4 της συνθήκης… Η Αυτού μεγαλειότης, ο αυτοκράτωρ των Οθωμανών δηλοί ότι εκχωρεί εις τας Αυτών μεγαλειότητας τους συμμάχους ηγεμόνας την νήσον Κρήτην και ότι παραιτείται υπέρ αυτών πάντων των ων εκέκτητο επί της νήσου ταύτης κυριαρχικών και άλλων δικαιωμάτων…
Αργότερα με την κύρωση της Ελληνοτουρκικής συνθήκης ειρήνης του Νοεμβρίου του 1913 ( νόμος 4213 της 11/14 Νοεμβρίου 1913) η Κρήτη περιήλθε οριστικά στην Ελλάδα, όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο Ελευθέριος Βενιζέλος στη βουλή … η ελληνική Κυβέρνησις ανέμενε δια την προσάρτησιν την επικύρωσιν της συνθήκης των Αθηνών, ήτις προεπιβεβαιούσα την συνθήκην του Λονδίνου, αποτελεί και την τελευταίαν λέξην επι του ζητήματος τούτου … και συνεχίζει μόνον με την συνθήκην των Αθηνών, κυρούσαν τα πρωκαταρτικώς συνομολογηθέντα εν Λονδίνω, εκλείπει κάθε ίχνος τουρκικής επικυριαρχίας επί της νήσου ( Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος, Η Ένωση της Κρήτης, Χανιά, 2003 ).
Την Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 1913 ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος και ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος κατήλθαν στα Χανιά και ύψωσαν την ελληνική σημαία στο φρούριο Φιρκά, στο λιμάνι των Χανίων. Με την συμβολική αυτή πράξη επισημοποιήθηκε η Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. (Πηγή: http://www.goodnet.gr)