Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010

Μ.ΚΑΡΧΙΜΑΚΗΣ: ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ

Φίλες και Φίλοι,Με την πεποίθηση ότι η συμμετοχή των πολιτών είναι απαραίτητη για μια δημοκρατική, σύγχρονη και κοντά στον πολίτη διακυβέρνηση, ζητάμε τη συμβολή σας στη δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση για την «Ανασυγκρότηση των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων», ώστε ν’ αξιοποιηθεί με όρους διαφάνειας η δική σας γνώμη, οι δικές σας προτάσεις και η εποικοδομητική δυναμική του συνόλου της κοινωνίας, που ολοκληρώνει και ενισχύει την αποτελεσματικότητα της δημόσιας πολιτικής.Η Ανασυγκρότηση των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων αποτελεί για την Κυβέρνηση ένα μεγάλο στοίχημα που αποσκοπεί στην ενδυνάμωση της φωνής και της παρουσίας των αγροτών στις εξελίξεις, ώστε να παρεμβαίνουν καταλυτικά στη λειτουργία της αγοράς αλλά και σε κάθε ζήτημα που τους αφορά. Για εμάς, οι αγρότες και η οργανωμένη δράση τους, αποτελούν ιστορική πολιτική αναφορά, καθώς διαχρονικά αποδεικνύονται μια σπουδαία κοινωνική και οικονομική δύναμη, ικανή να εξασφαλίσει την αγροτική μεταρρύθμιση που έχει ανάγκη η χώρα μας.Θα ήθελα και εγώ με τη σειρά μου, αποστέλλοντάς σας το κείμενο διαβούλευσης, όπως η Υπουργός ΑΑΤ κ. Κατερίνα Μπατζελή το έδωσε στη δημοσιότητα, να σας καλέσω να συμμετάσχετε και να συμβάλλετε στο δημόσιο διάλογο, ο οποίος πραγματοποιείται στην ηλεκτρονική διεύθυνση www.opengov.gr και θα ολοκληρωθεί τη Δευτέρα 3 Μαΐου 2010.
Με εκτίμηση,
Μιχάλης Καρχιμάκης
Υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων
ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ

«Ανασυγκρότηση των Αγροτικών
Συνεταιριστικών Οργανώσεων της Ελλάδας»
(Συμπλήρωση και Τροποποίηση διατάξεων του Ν.2810/2000)



Α. Η αντιμετώπιση της παγκόσμιας διατροφικής πρόκλησης και της αυξανόμενης αστάθειας των διεθνών αγορών επιβάλει τον κατάλληλο προσανατολισμό της ευρωπαϊκής γεωργίας προς την αγορά, την ανάγκη για αποτελεσματικό δίχτυ ασφαλείας και μετριασμό των επιπτώσεων της αυξανόμενης αστάθειας των παγκόσμιων αγορών προκειμένου να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα των αγροτικών εκμεταλλεύσεων.

Ο αυξανόμενος διεθνής ανταγωνισμός, ο οποίος προήλθε από τις συμφωνίες των χωρών – μελών του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου για λιγότερο προστατευμένες αγορές, αναμένεται να ενταθεί τα επόμενα χρόνια.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση οι προτεινόμενες προτεραιότητες στρατηγικής για τη διαμόρφωση της ΚΑΠ μετά το 2013, με σκοπό μεταξύ άλλων και της αντιμετώπισης των εξελίξεων αυτών, συνοψίζονται στην ανάπτυξη μιας οικονομίας, που βασίζεται στις γνώσεις, την επιχειρηματικότητα και την καινοτομία, που χρησιμοποιεί αποτελεσματικότερα τους πόρους και είναι πιο φιλική προς το περιβάλλον, που είναι ανταγωνιστική και επιτυγχάνει υψηλό επίπεδο απασχόλησης με θετικές επιπτώσεις στην οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή.

Η πρόκληση μιας πιο φιλικής προς το περιβάλλον αγροτικής οικονομίας δεν μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς να ληφθεί υπόψη η αγροτική δραστηριότητα, που περιλαμβάνει τη διαχείριση του 80% του εδάφους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και μεγάλου μέρους των υδάτινων πόρων, κατέχει πρωταρχικό ρόλο στον τομέα της βιώσιμης χρήσης του συνόλου των πόρων, στη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος, στη βιοποικιλότητα και καλείται να διαδραματίσει αυξανόμενο ρόλο στην καταπολέμηση κατά της κλιματικής αλλαγής.

Η αγροτική παραγωγή και η μεταποίηση της σε προϊόντα διατροφής συμβάλλουν ουσιαστικά στη βιομηχανική και περιφερειακή ανάπτυξη, στην απασχόληση καθώς και στη διατήρηση του πληθυσμού και της οικονομικής δραστηριότητας στην ύπαιθρο.

Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί, που σε όλη την Ευρώπη υπερβαίνουν τους 30.000, αποτελούν κυρίαρχο μοχλό σταθεροποίησης των αγροτικών περιοχών και περαιτέρω ανάπτυξής τους. Είναι προφανές λοιπόν ότι οι συνεταιρισμοί σε αυτό το ταχύτατα μεταβαλλόμενο περιβάλλον πρέπει να ανταποκριθούν στις προκλήσεις μέσω της εξυγίανσης και ανάπτυξής τους αποτελώντας ουσιαστικά αναπτυξιακά εργαλεία άσκησης αγροτικής πολιτικής.

Η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και κατά συνέπεια της ανταγωνιστικότητας, η ορθολογικότερη οργάνωση της αγοράς, η σωστή λειτουργία και εποπτεία της αγοράς, ο έλεγχος του κόστους εισροών και εφοδίων για την πρωτογενή παραγωγή, η διασφάλιση της δημόσιας υγείας αλλά και η ανασυγκρότηση των παραγωγικών τομέων με διακλαδική μορφή, εξαρτώνται κατά κύριο λόγο από την ανασυγκρότηση των συνεταιριστικών οργανώσεων.

Με τη σημερινή δομή και λειτουργία τους οι αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τις ολιγοπωλιακές και μονοπωλιακές πρακτικές που εφαρμόζονται στην ελληνική αλλά και διεθνή αγορά. Δεν επιτυγχάνεται συγκέντρωση προσφοράς, δεν υπάρχει οργανωτική αντίληψη και πρακτική για τη συμμετοχή στην εμπορική αλυσίδα, ενώ είναι σχεδόν ανύπαρκτη η συμβολαιακή γεωργία, η οποία θα διασφαλίζει την ισορροπία προσφοράς και ζήτησης και θα διαμορφώνει καταναλωτικά διατροφικά προϊόντα.

Β. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές και διαπιστώσεις, οι στόχοι της ανασυγκρότησης των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων θα μπορούσαν να είναι οι εξής :
Η εξασφάλιση ουσιαστικής και εθελοντικής συσπείρωσης των παραγωγών στους συνεταιρισμούς,
Η εξασφάλιση ισοτιμίας στην αντιμετώπιση των παραγωγών-μελών του συνεταιρισμού,
Η τήρηση από τους παραγωγούς–μέλη των δεσμεύσεων που θα αποφασίζονται συλλογικά από τις συνελεύσεις,
Η επιβράβευση της προσφοράς των μελών στην επίτευξη των στόχων του συνεταιρισμού,
Η διασφάλιση επιχειρηματικής ευελιξίας των συνεταιριστικών οργανώσεων,
Η επίτευξη της μέγιστης δυνατής συσπείρωσης των συνεταιριστικών οργανώσεων σε εθνικό ακόμα και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με βάση και τις αρχές του ευρωπαϊκού συνεταιρισμού.
Η αντιμετώπιση ολιγοπωλιακών και μονοπωλιακών καταστάσεων καθώς και των αθέμιτων πρακτικών στην διατροφική αλυσίδα και στη ζήτηση των αγροτικών εφοδίων στη χώρα μέσω της συσπείρωσης και της ισχυροποίησης της διαπραγματευτικής δύναμης των συνεταιριστικών οργανώσεων.
Η διευκόλυνση της ανασυγκρότησης στην προαναφερθείσα κατεύθυνση, με την κατάλληλη συμπλήρωση και όπου απαιτηθεί προσαρμογή του θεσμικού νόμου 2810/2000 με την παροχή κινήτρων .
Η διασφάλιση της προώθησης της ευρωπαϊκής συνεταιριστικής συνεργασίας μέσω του νέου εθνικού πλαισίου περί συνεταιρισμών.

Γ. Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερομένα, τα οποία, πρέπει να επιτευχθούν από τις συνεταιριστικές οργανώσεις για την αντιμετώπιση των προκλήσεων, την επιβίωσή τους, την ορθολογική λειτουργία και περαιτέρω ανάπτυξή τους, ανακύπτει η ανάγκη συμπλήρωσης και όπου απαιτηθεί τροποποίησης του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου του Ν. 2810/2000 προκειμένου να υλοποιηθούν οι στόχοι.

Θα πρέπει ως εκ τούτων, να διατυπωθούν, ορισμένα βασικά ερωτήματα, η απάντηση των οποίων θα προσανατολίσει και το νέο πλαίσιο.

Πιο συγκεκριμένα:

Η ισχύουσα δομή και διάρθρωση των συνεταιριστικών οργανώσεων ανταποκρίνεται στις σημερινές προκλήσεις και απαιτήσεις της αγοράς;
Η συνέχιση ίδρυσης πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών που συνήθως υπολειτουργούν αποκομμένοι από κάθε μεταποιητική και εμπορική δραστηριότητα, συνάδει με τους προαναφερομένους στόχους;
Είναι αναγκαία η ενοποίηση των πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών με εθελοντική συσπείρωση του μέγιστου δυνατού αριθμού των παραγωγών στον ενοποιημένο συνεταιρισμό ευρύτερης περιφέρειας;
Εξυπηρετεί τους προαναφερόμενους στόχους η υφιστάμενη δυνατότητα άσκησης παράλληλων δραστηριοτήτων Ε.Α.Σ. και πρωτοβάθμιου συνεταιρισμού που πρακτικά έχει αποβεί αναποτελεσματική (για την πλειονότητα των οργανώσεων) εφόσον δημιουργεί ανταγωνιστικές τάσεις μεταξύ των οργανώσεων και αποτελεί τροχοπέδη για την ενοποίηση και τη δημιουργία μεγάλων και υγιών πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών;
Πόσο λειτουργική έχει αποδειχθεί μέχρι σήμερα η διάκριση μεταξύ πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας (κεντρικής) οργάνωσης με τους υφιστάμενους περιορισμούς όσον αφορά στα μέλη και στις δραστηριότητες της καθεμιάς; Αν κρίνεται μη λειτουργική ποια είναι τα βήματα και ποιες οι προϋποθέσεις μετεξέλιξης του σχήματος;
Οι κοινοπραξίες πρέπει να συνεχίσουν, όπως και οι Ε.Α.Σ., να είναι δευτεροβάθμιες οργανώσεις και οι κεντρικές ενώσεις τριτοβάθμιες; Είναι σκόπιμο να συμμετέχουν στις Συνεταιριστικές Οργανώσεις συνεταιριστικές επιχειρήσεις και άλλα νομικά πρόσωπα - τα οποία προφανώς δεν θα ασκούν ανταγωνιστική δραστηριότητα, με εκείνη του συνεταιρισμού- αυξάνοντας στην ουσία την κεφαλαιακή βάση του νέου συνεταιρισμού;
Πρέπει η συνεργασία των μελών με τη συνεταιριστική οργάνωση- επιχείρηση να είναι δεσμευτική για το μέλος όσον αφορά τη χρησιμοποίηση των υπηρεσιών της ή την ανάληψη κάποιας δραστηριότητας σύμφωνα με τις αποφάσεις των οργάνων;
Οι υποχρεώσεις των μελών των συνεταιριστικών οργανώσεων μπορεί να είναι μόνο οικονομικού και επιχειρησιακού χαρακτήρα ή πρέπει να επεκτείνεται και σε θέματα διαχείρισης των φυσικών πόρων και των ανανεώσιμων πηγών; Η μη τήρηση των δεσμεύσεων των μελών όπως και η μη τήρηση των οικονομικών υποχρεώσεων των μελών προς την οργάνωση δεν πρέπει να αποτελεί λόγο διαγραφής και επιδίωξης αποζημίωσης για την προκαλούμενη βλάβη;
Βάσει και των προτύπων του Κανονισμού 1453/03 του Ευρωπαϊκού Συνεταιρισμού, είναι επιθυμητή και λειτουργική η σύγκλιση Τμηματικών Συνελεύσεων στις νέες συνεταιριστικές οργανώσεις, ώστε να είναι πιο αποτελεσματική και ουσιαστική η διαδικασία αποφάσεων τους στα επιμέρους θέματα;
Είναι σκόπιμο η τριτοβάθμια οργάνωση να εγκαταλείψει την επαγγελματική εκπροσώπηση των αγροτών σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο και να επικεντρωθεί στην επιχειρηματική εκπροσώπηση και λειτουργία των συνεταιρισμών, ενώ θα αποκομματικοποιείται η λειτουργία τους και ο τρόπος εκλογής των εκπροσώπων τους σε όλες τις βαθμίδες;
Πρέπει να υπάρχει εκλεγμένη από τη Γενική Συνέλευση των οργανώσεων εποπτική επιτροπή για να ελέγχει τις αποφάσεις και την οικονομική διαχείριση της διοίκησης;
Ο καθορισμός της συνεταιριστικής μερίδας, μέσω του καταστατικού λειτουργίας, πρέπει να δίνει και επαρκή κίνητρα για την ενεργό οικονομική και διοικητική συμμετοχή των συνεταίρων στον συνεταιρισμό;

Με βάση τα παραπάνω αναμένουμε τα σχόλια, εισηγήσεις και προτάσεις των ενδιαφερομένων, ενώ παράλληλα θα αρχίσει η διαβούλευση με τους εκπροσώπους των συνεταιριστικών οργανώσεων των αγροτών και θα συνεχιστεί καθ’ όλη τη διάρκεια της κατάρτισης του σχεδίου νόμου, ώστε αυτό να ολοκληρωθεί και να κατατεθεί προς συζήτηση και ψήφιση στη Βουλή σε σύντομο χρονικό διάστημα και με τις κατάλληλες μεταβατικές διατάξεις που θα συμπεριλάβει, θα διαμορφωθεί το νέο θεσμικό πλαίσιο για την ανασυγκρότηση των συνεταιριστικών οργανώσεων της χώρας.

Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

Το Ζήτημα του εμπνευσμένου δασκάλου

Αυτά τα λόγια απηύθυνα στους μαθητές µου (λέει ο Δάσκαλος), στο 2ο ΕΠΑΛ Αχαρνών, για την επέτειο της 25ης Μαρτίου:
«Σκέφτηκα να σου µιλήσω για τον Καραϊσκάκη, αλλά το µυαλό σου θα πάει στο γήπεδο.Σκέφτηκα να σου µιλήσω για το 21, αλλά ο νους σου θα πάει στην Ορίτζιναλ.Συλλογίστηκα πολύ για να καταλήξω, αν αξίζει να σε ταλαιπωρήσω για κάτι τόσο µακρινό, τόσο ξένο.Δύο αιώνες πίσω κάποια γεγονότα, τι να λένεσε σένα; Σε σένα που ßιάζεσαι να φύγεις, να πας για τσιγάρο, για καφέ ή για κάτι άλλο…Θα σου µιλήσω λοιπόν προσωπικά.Εγώ, ο δάσκαλος που δούλεψα ένα χρόνο σ’ αυτό το σχολείο και σε δεκαπέντε µέρες φεύγω γι’ αλλού,σε σένα που είσαι εδώ ένα, δύο, τρία ή και περισσότερα χρόνια, θα σου µιλήσω σταράτα, για να σου εκφράσω δυο σκέψεις µου:Οι µαθητές που συνάντησα µέσα στις τάξεις, οι µαθητές που δίδαξα φέτος, στη συντριπτική τους πλειονότητα µε σεßάστηκαν, αν και δεν ανταποκρίθηκαν στις απαιτήσεις του µαθήµατος.Πολλοίόµως από τους υπόλοιπους µαθητές δε µε σεßάστηκαν, µε προσέßαλαν κατ’ επανάληψη. Με έργα, µε λόγια, µε ύßρεις. Δείχνοντας ένα χαρακτήρα κι ένα ήθος που µε σόκαρε, που µ’ έßαλε σε µελαγχολικές σκέψεις.Αυτό το φαινόµενο αποδεικνύει πως κάτι σάπιο υπάρχει σ’ αυτό το σχολείο, πως, εκτός του γνωστικού ελλείµµατος, το συγκεκριµένο σχολείο χωλαίνει δραµατικά και στο ηθικοπλαστικό του έργο, στη διαµόρφωση δηλαδή των µαθητικών ψυχών και πνευµάτων.Και η ευθύνη γι’ αυτή την αποτυχία είναι ευθύνη αποκλειστικά δική µας: τωνδασκάλων σας και των γονιών σας.Δεν έχουµε κατορθώσει να σας δείξουµε πως, χωρίς αρχές, η ζωή σας αύριο θα είναι µια κόλαση, πως, χωρίς όνειρα και στόχους, θα χρειαστείτε υποκατάστατα, θα καταφύγετε πιθανόν σ’ επιλογές που θα σας ξεφτιλίσουν, θα σας κάνουν να σιχαίνεστε τον εαυτό σας, θα σας γεµίσουν τη ζωή πλήξη και κούραση, θα σας γεράσουν πρόωρα.Αν όµως θέλετε µια συµßουλή από ένα δάσκαλο, σκεφτείτε το παράδειγµα του Μακρυγιάννη, που έφτασε αγράµµατος µέχρι τα πενήντα σχεδόν, για να καταλάßει τότε, πως η µόρφωση, ηκαλλιέργεια, ήταν το όπλο που έλειπε απ’ την προσωπική του θήκη. Και κάθισε µε πολλή δυσκολία και χωρίς δάσκαλο κι έµαθε πέντε κολλυβογράμματα, για να µας πει την ιστορία του ßίου του, το παραµύθι της επανάστασης των υπόδουλων Ρωµιών.Αυτό το παράδειγµα είναι για σένα το πιο κατάλληλο, και µπορείς τριάντα χρόνια νωρίτερα από το στρατηγό Μακρυγιάννη ν’ ακολουθήσεις το δρόµο που εκείνος έδειξε, το µονοπάτι της καλλιέργειας, το δρόµο της παιδείας, τη λεωφόρο της προσωπικής σου προκοπής.Δεν είστε σε τίποτε λιγότερο ικανοίαπό το µπάσταρδο γιο της καλογριάς, τον Αρßανίτη Γιώργη Καραϊσκάκη. Ήταν κι αυτός αθυρόστοµος σαν κι εσάς, αλλά είχε αυτό που από τα’ αλßανικά µάθαµε σαν «µπέσα». Ήταν πάνω απ´ όλα µπεσαλής.Αυτό θα ‘θελα να έχετε κι εσείς: Υπευθυνότητα, µπέσα, τσίπα. Ν’ αναλαµßάνετε τις ευθύνες σας, ν’ απεχθάνεστε την υποκρισία, να σιχαίνεστε το συµφέρον, να µισείτε το ψέµα και την ευθυνοφοßία.Η αγάπη για τον τόπο του, η λατρεία για την πατρίδα του, ήταν αυτό που χαρακτήριζε τη ζωή του Νικήτα Σταµατελόπουλου, του Νικηταρά.Αγωνίστηκεστη διάρκεια της επανάστασης, συνέßαλε στην απελευθέρωση της πατρίδας του κι έπειτα φυλακίστηκε, για να χαθεί σ’ ένα στενοσόκακο του Πειραιά, σχεδόν τυφλωµένος, πάµπτωχος κι εγκαταλειµµένος απ’ όλους. Δε ζήτησε τίποτε από την ελεύθερη Ελλάδα. Κι όταν οι γύρω του τον παρακινούσαν ν’ απαιτήσει από την κυßέρνηση µια πλούσια σύνταξη, απαντούσε πως η πατρίδα τον αµείßει πολύ καλά, λέγοντας ψέµατα, για να µην προσßάλει την πατρίδα του.Είναι δύσκολο, το κατανοώ, το παράδειγµα του Νικηταρά. Αλλά νοµίζω πως κι εσείς είστεικανοί για τα δύσκολα. Μπορείτε ν’ ακολουθήσετε το δρόµο της αξιοπρέπειας. Να προσπαθήσετε τίµια και µε αγωνιστικότητα για σας και για το µέλλον της οικογένειας που αύριο θα κάνετε.Ξέρω, καταλαßαίνω, αντιλαµßάνοµαι πως σας προτείνω µια διαδροµή ζωής δύσκολη και απαιτητική, όταν δίπλα σας κυριαρχεί ο εύκολος δρόµος των γονιών, των δασκάλων, των πολιτικών της εποχής στην οποία µεγαλώνετε.Όµως κάθε εποχή ελπίζει στους νέους της. Περιµένει απ’ αυτούς να σηκώσουν ψηλάκαι µ’ επιτυχία τη σηµαία του αγώνα και ναοδηγήσουν την πατρίδα τους, τον τόπο τους, σε καλύτερες µέρες, σε πιο φωτεινές σελίδες.Κι όταν ßλέπω την εποχή µας να µαραζώνει χωµένη στην αλλοτρίωση, να ξεψυχά από την τηλεοπτική ανία, να µουχλιάζει απ’ το κυνήγι της ευκολίας,μόνο σε σας ελπίζω, στην ειλικρινή σας διάθεση ν’ αγωνιστείτε, ν’ αντισταθείτε, να πολεµήσετε, να νικήσετε..Μη µας απογοητεύσετε».

ΔΑΝΕΙΑ-ΕΓΚΛΗΜΑ. 120 ΔΙΣ ΣΕ ΜΙΑ ΠΕΝΤΑΕΤΙΑ


Σύμφωνα με τον κ. Πεταλωτή 120 δισ δανείστηκε η Ελλάδα την τελευταία πενταετία.
"Υπενθυμίζουμε στον κ. Σαμαρά, ο οποίος και σήμερα μίλησε σαν να μην υπήρχε υπουργός του κ. Καραμανλή, ότι οι κυβερνήσεις τους δεν έκαναν "σφάλματα", αλλά πραγματικά εγκλήματα εις βάρος της χώρας.



Γιατί όταν το ελληνικό κράτος από το 1830 μέχρι το 2004 είχε δανειστεί 180 δις ευρώ και μέσα σε μια πενταετία δανείζεται άλλα 120 δις, αυτό είναι έγκλημα εις βάρος όλων των Ελλήνων και των μελλοντικών γενεών.


Δευτέρα, 19 Απριλίου 2010

Το Ζήτημα της Χρηματοπιστοτικής Κρίσης

του Κώστα Μελά

I. Διακριτά χαρακτηριστικά της παρούσας χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Α)

Φόβος και απληστία αποτελούν τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά των κοινωνιών του «ρίσκου» στις οποίες έχει οδηγηθεί ο πλανήτης με τη σταδιακή υιοθέτηση του αμερικανικού οικονομικού υποδείγματος υπό την πίεση της κυριαρχίας των ΗΠΑ.Φόβου και απληστίας που καθορίζονται από καταστάσεις πανικού, είτε αυτές λειτουργούν υπό το καθεστώς παράλογης ευφορίας είτε υπό το καθεστώς πλήρους και επίσης παράλογης απαισιοδοξίας.Οι σύγχρονες κοινωνίες ταλαντώνονται διαρκώς μεταξύ φόβου και απληστίας εξαρτώμενες από τις βουλήσεις των παγκόσμιων οικονομικών και χρηματοπιστωτικών ελίτ, όπως αυτές εκφράζονται μέσω των Διεθνών Πολυμερών Οργανισμών (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, ΠΟΕ, ΟΟΣΑ), των Κεντρικών Τραπεζών και των Μεγάλων Αμερικανικών Ιδιωτικών Επενδυτικών Τραπεζών.Την τελευταία περίοδο βρισκόμαστε στον αστερισμό του Φόβου. Η βαθιά κρίση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού τομέα οδηγεί με σχεδόν μαθηματική ακρίβεια στην παγκόσμια ύφεση με σοβαρές συνέπειες για το επίπεδο διαβίωσης των εργαζομένων στις αναπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες και με ακόμα σοβαρότερες για τους κατοίκους των αναπτυσσομένων χωρών.

Είναι πλέον παγκοίνως αποδεκτό ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού είναι συνυφασμένη με κρίσεις. Ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα που εγγενώς ρέπει προς την ανισορροπία. Στη διαδικασία συνολικής και διευρυμένης αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου η παρουσία κρίσεων αποτελεί ένα αλλεπάλληλα επαναλαμβανόμενο φαινόμενο. Οι κρίσεις λαμβάνουν διαφορετικές μορφές αναλόγως σε ποιο τομέα της οικονομικής δραστηριότητας πρωταρχικά εμφανίζονται. Έτσι μπορούν να χαρακτηρισθούν ως κρίσεις : οικονομικές , χρηματιστηριακές, νομισματικές ή χρηματοπιστωτικές. Οι τελευταίες αποτελούν κρίσεις οι οποίες εκδηλώνονται πρωταρχικά και αφορούν κυρίως στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις δεν είναι όλες ίδιες ως προς την ένταση ή τις επιπτώσεις ούτε ως προς τους μηχανισμούς γέννησής τους .
Το πώς συνδέονται οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις με τις υπόλοιπες μορφές κρίσεων , το πώς επηρεάζουν ή επηρεάζονται από τους υπόλοιπους τομείς της οικονομίας αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης μελέτης της κάθε συγκεκριμένης χρηματοπιστωτικής κρίσης με βάση τα διακριτά χαρακτηριστικά της .
Ανατρέχοντας στην ιστορία των χρηματοπιστωτικών κρίσεων διακρίνουμε περιπτώσεις τέτοιων κρίσεων που εκδηλώνονται με τρόπο «αυτόνομο» από την υπάρχουσα οικονομική συγκυρία , περιπτώσεις που αποτελούν υπό μια έννοια την αιτία σοβαρών δυσμενών επιδράσεων στην οικονομική πραγματικότητα και περιπτώσεις στις οποίες οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις είναι το αποτέλεσμα της κρίσης που διέπει την γενικότερη οικονομική συγκυρία. Θα μπορούσαμε με ευκολία να υποστηρίξουμε ότι τα τελευταία 35 χρόνια είμαστε μάρτυρες μιας σημαντικότατης αύξησης του αριθμού των χρηματοπιστωτικών κρίσεων που εμφανίστηκαν τόσο στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες [1] , όσο και στις υπόλοιπες χώρες του πλανήτη[2].
Σε άμεση σύνδεση με τον αυξητικό ρυθμό των χρηματοπιστωτικών κρίσεων βρίσκεται η παρατηρούμενη διόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Τούτη η διόγκωση είναι, κατ’ αρχάς, το αναγκαίο , αλλά όχι ικανό, αποτέλεσμα του νέου ρυθμιστικού πλαισίου που επεβλήθη (κατ’ εξοχήν με ενέργειες των ΗΠΑ) στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα . Χαρακτηριστικά του σύγχρονου ανοιχτού χρηματοπιστωτικού συστήματος, είναι η ελεύθερη κίνηση των κεφαλαιακών ροών, η απορύθμιση και αποκανονικοποίηση των πλαισίων λειτουργίας του, η ευρύτατη πρακτική arbitrage και τα πολύπλοκα συστήματα κάλυψης κινδύνων (παράγωγα προϊόντα), τα οποία ως επί το πλείστον μετατρέπονται και λειτουργούν ως κερδοσκοπικά συστήματα.
Η διαδικασία απορύθμισης και η έντονη διεθνοποίηση (παγκοσμιοποίηση) των χρηματοπιστωτικών αγορών συμβαδίζουν κατά τρόπο ανακλαστικό. δηλ. με έναν τρόπο, σύμφωνα με τον οποίο η μια διαδικασία (απορύθμισης) αποτελεί παράγοντα δημιουργίας της άλλης (παγκοσμιοποίησης). Οι ρυθμίσεις που απορυθμίστηκαν ήσαν πρωτίστως εθνικές, αφορούσαν δηλαδή, στον οικονομικό χώρο που ονομάζεται έθνος και ως εκ τούτου, οι λιγότερες ρυθμίσεις οδηγούν σε μεγαλύτερη ένταση της διεθνοποίησης. Παράλληλα η καινοτομικότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα δημιουργώντας νέες χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες μετέβαλε και τον τρόπο με τον οποίο χρηματοδοτούνται οι βιομηχανικές και εμπορικές δραστηριότητες, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο τα νοικοκυριά διαχειρίζονται τις οικονομικές πλευρές της ζωής τους. Συγχρόνως, άλλαξαν τις παραμέτρους που καθορίζουν τη λειτουργία των Κυβερνήσεων, σχετικά με τη χάραξη και την άσκηση της οικονομικής πολιτικής.
Η άσκηση της χρηματοπιστωτικής λειτουργίας ουσιαστικά μετατράπηκε σε συνεχή προσπάθεια διαχείρισης κινδύνων μέσα σ΄ένα εντελώς αβέβαιο και ρευστό περιβάλλον.
Όμως , σύμφωνα με την δικιά μας αντίληψη, την ικανή συνθήκη , η οποία θα μας επιτρέψει να κατανοήσουμε τις παρατηρούμενες εξελίξεις, θα πρέπει να αναζητηθεί στην ίδια τη διαδικασία της συσσώρευσης του κεφαλαίου και ειδικά στη «σημερινή» συγκυρία της διευρυμένης αναπαραγωγής του.
Στις παλαιότερες χρονικές περιόδους , πριν το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και την πρώτη δεκαετία της μεταπολεμικής περιόδου η χρηματοπιστωτική σφαίρα αντιμετωπιζόταν ως το λιπαντικό που ήταν απαραίτητο στην εξυπηρέτηση των αναγκών της παραγωγής. « Παρόλα αυτά υπήρχε η τάση σχετικής αυτονόμησής της και τη δημιουργία κερδοσκοπικών υπερβολών στα τελευταία στάδια της ανόδου του οικονομικού κύκλου. Κατά κανόνα , τα επεισόδια αυτά είχαν σύντομη διάρκεια και δεν επέφεραν μακροχρόνιες επιπτώσεις στη δομή και τη λειτουργία της οικονομίας[3]».
Αλλά και ο Μαρξ είχε με σαφήνεια περιγράψει τον προσδιορισμό αλλά και την ενδεχόμενη σχετική αυτονόμηση της κίνησης του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου από την κίνηση του « πραγματικού παραγωγικού κεφαλαίου». Είχε δηλαδή δείξει τη δυνατότητα αυτονόμησης των χρηματοπιστωτικών κεφαλαίων από τον επιχειρηματικό κύκλο[4], και την δυνατότητα κερδοσκοπικών υπερβολών ανεξάρτητων από την κατάσταση της παραγωγής.
Τα τελευταία χρόνια , όμως , κυρίως στις αναπτυγμένες χώρες της Δύσης, παρατηρείται ένας δομικός μετασχηματισμός στην ίδια τη διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου με την έννοια ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας τείνει να αυτονομηθεί από την παραγωγή και από κυριαρχούμενος να μετατραπεί σε κυρίαρχο. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τη νέα συγκρότηση της παγκόσμιας οικονομικής τάξης υπό την καθοδήγηση του νέου χρηματιστικού κεφαλαίου και ειδικά του αμερικάνικου, το οποίο τείνει να επιβληθεί στον πραγματικό τομέα της οικονομίας ,δηλαδή στην παραγωγή, στην απασχόληση, στους μισθούς και στην κατανομή του παραγόμενου πλούτου, καθορίζοντας σε μεγάλο ποσοστό τη λειτουργία τους.

Το χρηματιστικό κεφάλαιο αντιστοιχεί στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, όταν αυτό το τελευταίο υπερισχύει σε οποιαδήποτε ιστορική συγκυρία ,έναντι του παραγωγικού κεφαλαίου. Όταν δηλαδή οι διαμεσολαβούμενες από το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τους οιονεί χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, πιστώσεις (κλασσικές ή νέας μορφής) δεν κατευθύνονται στην εξυπηρέτηση των αναγκών της πραγματικής οικονομίας, αλλά αυτονομούμενες από αυτές καθίστανται αυτάρκεις μορφές «επενδυτικής τοποθέτησης» στην υπηρεσία εξυπηρέτησης των ίδιων συμφερόντων των κοινωνικών ομάδων που τις κατέχουν .

Η ουσία της προβληματικής που επιχειρούμε να αναπτύξουμε μπορεί να συνοψιστεί στο εξής :
Το χρηματιστικό κεφάλαιο δεν αποτελεί απλή «συγχώνευση» του τραπεζικού κεφαλαίου με το βιομηχανικό….Αντιθέτως ,το φαινόμενο αυτό σηματοδοτεί την οριστική ,στην ιστορική περίοδο που διάγουμε , κατίσχυση των χρηματικών προδιαγραφών πάνω στις οικονομικές και παραγωγικές …με την επικράτηση της εισοδηματικής λογικής εις βάρος της παραγωγικής ,του χρήματος …εις βάρος της οικονομίας. Το χρηματιστικό κεφάλαιο δεν σηματοδοτεί τόσο έναν ιδιαίτερο τρόπο παραγωγής «καθαρού εισοδήματος», όσο κυρίως έναν τρόπο συγκέντρωσης και οικειοποίησης του ήδη διαθέσιμου εισοδήματος.
Παράλληλα παρατηρούμε ότι οι σημερινές μορφές χρηματιστικής συσσώρευσης δεν επαναδιοχετεύουν τον παραγόμενο πλούτο στην οικονομία ,ώστε να συνεχίζει να λειτουργεί αναπόσπαστο ένα σύστημα διευρυμένης αναπαραγωγής , αλλά τον αποσπούν μονόπλευρα από τη σφαίρα της παραγωγής και τον εναποθέτουν στην χρηματοπιστωτική, δηλαδή σε αυτήν που χωρίς να παράγει συντηρείται από τις παραγωγικές δυνατότητες της πρώτης». Το χρηματιστικό κεφάλαιο και ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται ,παραγόμενο και αναπαραγόμενο ,στη σημερινή παγκόσμια αλλά και ελληνική συγκυρία ,παράγει ασύγκριτα περισσότερες εισοδηματικές προσόδους που εκτρέφουν αργούντες αποταμιευτές ,εισοδηματίες και χρηματιστηριακούς κερδοσκόπους απ’ ότι παραγωγικά επιχειρηματικά εισοδήματα και εργατικούς μισθούς .

Διαπιστώνεται λοιπόν μια μεγάλη μεταφορά κεφαλαίου από τους άμεσα παραγωγικούς τομείς στους χρηματοπιστωτικούς. Ο λόγος που πραγματοποιείται αυτή η μεταφορά , αν παρακολουθήσουμε τη λογική του Μαρξ[5] θα πρέπει να αναζητηθεί στην αδυναμία διεύρυνσης της παραγωγής. Στις δυσκολίες δηλαδή που συναντά το Κεφάλαιο να διευρύνει την αναπαραγωγή του.


Β)

Το εφαρμοσθέν τα τελευταία σχεδόν τριάντα χρόνια νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα με την ολοκληρωτική απορύθμιση που επέβαλε πρωταρχικά στα καθεστώτα κίνησης των κεφαλαίων και στα θεσμικά πλαίσια διαπραγμάτευσης της εργατικής δύναμης, με αποκλειστικό εργαλείο τους εθνικούς κρατικούς μηχανισμούς και τους πολιτικούς σχηματισμούς που βρέθηκαν στην κυβέρνηση, επεχείρησε να δώσει ώθηση στην μεγέθυνση του καπιταλιστικού συστήματος καθώς το τελευταίο είχε οδηγηθεί σε στασιμοπληθωρισμό (δεκαετία του 1970) κάτω από την καθοδήγηση της κεϋνσιανής-κλασικής ρύθμισης και των υπέρμετρων δημοσιονομικών ελλειμμάτων που είχαν δημιουργηθεί.Η ώθηση προήλθε κυρίως από τη τρομακτική διόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα ο οποίος κατέστησε ιδιωτικό το χρέος που διοχετεύονταν στην καπιταλιστική μηχανή για τη συνέχιση της λειτουργίας της ως μέσο τόνωσης της ιδιωτικής ζήτησης. Ο περιορισμός των εργατικών μισθών, ως αποτέλεσμα της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής, επειδή δημιουργούσε προβλήματα στην πραγμάτωση της παραγωγής (και της υπεραξίας) «αντισταθμίστηκε» με την εύκολη πρόσβαση στο δανεισμό και το χρέος. Η διόγκωση του ιδιωτικού χρέους δεν υποκατέστησε το δημόσιο χρέος, όπως εύκολα επιχειρηματολογεί η νεοφιλελεύθερη σκέψη, αλλά προστέθηκε σε αυτό δημιουργώντας μια πρωτοφανή στο μέγεθος οικονομία του χρέους, ενώ συγχρόνως ιδιωτικοποίησε τον κίνδυνο.Παράλληλα όμως δεν έχουμε μόνο τη διόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα (ποσοτικά) αλλά και τη χρηματιστηρικοποίησή του (ποιοτική αλλαγή) γεγονός που μετατρέπει το σύνολο των ιδιωτικών και δημόσιων περιουσιών αλλά και κάθε στοιχείου του ενεργητικού σε διαπραγματευόμενο, άμεσα ή έμμεσα, χρηματιστηριακό είδος. Αυτή η μετατροπή αγγίζει τους πάντες εκόντες και άκοντες. Όλοι ανεξάρτητα της θέλησής τους γίνονται συμμέτοχοι αυτού του παιχνιδιού. Οι εργαζόμενοι μέσω του ίδιου δανεισμού για να αντεπεξέλθουν στις απαραίτητες υποχρεώσεις τους, των αποθεματικών των ταμείων τους που τοποθετούνται σε κάθε μορφής χρηματιστηριακό είδος, της όποιας περιουσίας που διαθέτουν που υπόκειται στις διακυμάνσεις των τιμών των μετοχών του χρηματιστηρίου και των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Οι επιχειρήσεις εκτός των ευκόλως εννοουμένων και μέσω της στήριξης της κερδοφορίας τους από χρηματιστηριακές πράξεις. Δεν υπάρχει κανείς, άτομο ή θεσμικό υποκείμενο που να μπορεί να διαφύγει από αυτή την προδιαγεγραμμένη πορεία. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα διαχέεται στα κύτταρα του οικονομικού καπιταλιστικού συστήματος μετατρεπόμενο σε δομικό χαρακτηριστικό του ύστερου καπιταλισμού των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών.Παρατηρείται ένας δομικός μετασχηματισμός στην ίδια τη διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου, με την έννοια ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας συμμετέχει με βαρύνοντα ρόλο στην προσπάθεια της διευρυμένης αναπαραγωγής του (κεφαλαίου). Αυτός ο ρόλος εμπεριέχει και στοιχεία αυτονόμησής του από την παραγωγή και από κυριαρχούμενος να τείνει να μετατραπεί σε κυρίαρχο. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τη νέα συγκρότηση της παγκόσμιας οικονομικής τάξης υπό την καθοδήγηση του νέου χρηματιστικού κεφαλαίου και ειδικά του αμερικανικού, το οποίο τείνει να επιβληθεί στον πραγματικό τομέα της οικονομίας, δηλαδή στην παραγωγή, στην απασχόληση, στους μισθούς και στην κατανομή του παραγόμενου πλούτου, καθορίζοντας σε μεγάλο ποσοστό τη λειτουργία τους.Επομένως, αν ισχύει η παραπάνω συνοπτικά εκτεθείσα συλλογιστική η βαθιά κρίση του χρηματοπιστωτικού τομέα δεν μπορεί παρά να έχει σοβαρότατες επιπτώσεις γενικότερα σε όλους τους τομείς της παγκόσμιας οικονομίας.Ήδη η κρίση έχει παρασύρει το σύνολο των κεφαλαιαγορών του πλανήτη, δηλαδή των χρηματιστηρίων αξιών, παραγώγων και εμπορευμάτων. Η ραγδαία πτώση των μετοχικών αξιών είναι ισάξια της δημιουργηθείσας φούσκας και συμπαρασύρει όχι μόνο τους τίτλους των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων αλλά και τίτλους εταιρειών της λεγόμενης πραγματικής οικονομίας. Αυτό έχει σχέση κυρίως με τις αρνητικές προσδοκίες που διαμορφώνονται λόγω της αναμενόμενης μείωσης της ζήτησης (καταναλωτικής και επενδυτικής) αλλά και λόγω του ότι ακόμα και η κερδοφορία των επιχειρήσεων του πραγματικού τομέα της οικονομίας σε ικανό ποσοστό οφείλονταν σε χρηματοπιστωτικές επενδύσεις οι οποίες έχουν καταρρεύσει.Η έλλειψη ρευστότητας και η πιστωτική στενότητα αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά της παρούσας κρίσης και ως εκ τούτου συνηγορούν στην είσοδο της καπιταλιστικής οικονομίας σε βαθιά και μακριά ύφεση. Όμως το βασικότερο χαρακτηριστικό είναι η κατάρρευση του συγκεκριμένου τρόπου πάνω στον οποίο στηρίζεται η διευρυμένη αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος. Πρόκειται για μια δομική κατάρρευση των μηχανισμών διευρυμένης αναπαραγωγής και για αυτό το λόγο ομιλούμε για βαθιά και επίπονη κρίση. Αυτό βεβαίως δεν σηματοδοτεί την αδυναμία αναπαραγωγής του συστήματος. Τα μέτρα που λαμβάνονται, λόγω και της ιστορικής εμπειρίας, έχουν μεγάλες πιθανότητες να οδηγήσουν, έστω και μεσομακροπρόθεσμα, στην πλήρη αναπαραγωγή του συστήματος. Εξάλλου το καπιταλιστικό σύστημα δεν καταρρέει από μόνο του. Μόνο ηττάται αλλά και σε αυτή την περίπτωση μπορεί να επανέλθει.
Το τίμημα της παρούσας κρίσης θα είναι βαρύ και οδυνηρό.Το τίμημα θα το καταβάλλουν πρωτίστως οι αδύναμοι κρίκοι της καπιταλιστικής οικονομικής αλυσίδας. Σε επίπεδο εθνικών κρατών τα πλέον αδύναμα και τα πλέον παρασυρμένα από τα νεοφιλελεύθερα φληναφήματα και ως εκ τούτου εκτεθειμένα στην οικονομία του ρίσκου. Ήδη γνωρίζουμε τα ονόματα των πρώτων εθνικών κρατών που έχουν κηρύξει πτώχευση ή βρίσκονται στα πρόθυρα: Ισλανδία, Ουγγαρία, Ουκρανία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Λιθουανία, Λετονία. Είναι σίγουρο ότι θα ακολουθήσουν και άλλα. Ακόμα και οι αναπτυσσόμενες ραγδαία οικονομίες της Κίνας και της Ινδίας ήδη δέχονται σοβαρές πιέσεις και ακόμα βρισκόμαστε στην αρχή. Τα κεντρικά καπιταλιστικά κράτη παρότι αποτελούν τους δημιουργούς της κρίσης θα υποστούν τις λιγότερο επώδυνες συνέπειες.Σε επίπεδο κοινωνικών τάξεων και ομάδων επίσης είναι γνωστό ότι οι πρώτοι που θα κληθούν να πληρώσουν για την κρίση θα είναι οι εργαζόμενοι σε όλους τους τομείς της οικονομίας. Ήδη στο ευρύτερο χρηματοπιστωτικό σύστημα (τραπεζικό, ασφαλιστικό κτλ) έχουμε απώλειες χιλιάδων θέσεων εργασίας με αποτέλεσμα την αύξηση των ανέργων. Οι αναμενόμενες στο προσεχές μέλλον εξαγορές και συγχωνεύσεις θα οδηγήσουν σε καταστροφή ήδη λειτουργούντος φυσικού κεφαλαίου με άμεσο επακόλουθο την απώλεια νέων θέσεων εργασίας.








Γ)

Το ερώτημα που προκύπτει αβίαστα είναι αν οι σημερινές περιοδικές κρίσεις , αντιπροσωπεύουν απλά πρόσκαιρες διακοπές σε μια διαδικασία επιταχυνόμενης οικονομικής μεγένθυσης ή παραπέμπουν σε σοβαρούς και μακροχρόνιους περιορισμούς στη συσσώρευση του κεφαλαίου.
Αν ισχύει το πρώτο τότε μπορούμε να αναμένουμε στο προσεχές μέλλον , με την απομάκρυνση των νεοφιλελεύθερων οικονομικών δογμάτων και την επανάκαμψη των άμεσα παρεμβατικών οικονομικών πολιτικών , τη «ρύθμιση της συσσώρευσης» σύμφωνα με κεϋνσιανές – σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές και άρα την επαναδιοχέτευση του παραγόμενου πλούτου στην οικονομία ,ώστε να συνεχίζει να λειτουργεί αναπόσπαστο ένα σύστημα διευρυμένης αναπαραγωγής.

Αντιθέτως αν ισχύει το δεύτερο και η διόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό της συσσώρευσης του κεφαλαίου στην παρούσα χρονική περίοδο , δηλαδή συμβάλλει αποφασιστικά στη διέξοδο του οικονομικού πλεονάσματος προσφέροντας θέσεις εργασίας και εμμέσως τονώνοντας τη ζήτηση γίνεται αντιληπτό ότι τα πράγματα περιπλέκονται περισσότερο.
Τούτο γιατί ως άμεσο συμπέρασμα προκύπτει η μονιμότητα των δυσκολιών της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου (περίπου μια κατάσταση εμμενούς στασιμότητας της παραγωγής ) και άρα το ερώτημα μετατίθεται στο κατά πόσο μπορεί ο χρηματοπιστωτικός τομέας να «φέρει εις πέρας» το φορτίο της αναπαραγωγής του κεφαλαίου.
Δεν μπορεί να υπάρξει εγγυημένη απάντηση σε αυτή την ερώτηση. Στην παρούσα φάση της ιστορίας του καπιταλισμού – εκτός της περίπτωσης ενός διόλου απίθανου κλονισμού, όπως η κατάρρευση του διεθνούς νομισματικού και τραπεζικού συστήματος- η συνύπαρξη της παρατηρούμενης στασιμότητας στον παραγωγικό τομέα –των αναπτυγμένων οικονομιών της Δύσης- και της διόγκωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα μπορεί να συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.[6].
Πιστεύοντας στην ισχύ την ετερογένεια των σκοπών της ιστορίας , δεν μπορεί να αποκλεισθεί καμιά από τις δύο αλλά και όποιες άλλες εξελίξεις μπορούν θεωρητικά να υπάρξουν. Όμως πεποίθησή μας είναι ότι στο μέλλον δεν μπορεί να επαναληφθούν καταστάσεις του παρελθόντος τουλάχιστον με τον ίδιο τρόπο. Είναι απολύτως βέβαιο ότι , όπως από κάθε κρίση θα υπάρξουν και νικητές και ηττημένοι. Οι ΗΠΑ παρά τα όσα λέγονται δεν θα εξέλθουν ηττημένες από την κρίση. Παρατηρώντας προσεκτικά τα γεγονότα είναι εύκολο κανείς να αντιληφθεί ότι οι υπόλοιποι κρίκοι της καπιταλιστικής αλυσίδας πλήττονται περισσότερο[7]. Αναφέρω ένα μόνο χαρακτηριστικό στοιχείο : η άνοδος της τιμής του δολαρίου έναντι των υπολοίπων νομισμάτων (και ειδικά του ευρώ) οφείλεται στην εισροή κεφαλαίων που εγκαταλείπουν τον υπόλοιπο κόσμο για να τοποθετηθούν σε αυτό, που μεσούσης της κρίσης, θεωρούν ασφαλέστερο μέσο, δηλαδή στα ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου Και αυτό παρότι η κρίση προήλθε από τον χρηματοπιστωτικό τομέα των ΗΠΑ.








Δ)

Μεσούσης της χρηματοπιστωτικής κρίσης όλοι οι διεθνείς παράγοντες της πολιτικής, ανεξαρτήτως ιδεολογικού στίγματος,(από τους βρετανούς συντηρητικούς έως τη σοσιαλιστική διεθνή) έχουν αναλωθεί σε προτάσεις διάσωσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος και αποτροπής των καταστροφικών συνεπειών της οικονομικής κρίσης.
Ο στόχος είναι να διατηρηθεί υπό έλεγχο αυτή η κρίση και να αποτραπεί η αμφισβήτηση του ίδιου του καπιταλισμού. Μία μέθοδος είναι να απομακρύνεις το δημόσιο διάλογο από το θέμα του αν και πώς οι ριζοσπαστικές αλλαγές του βασικού οικονομικού συστήματος μπορεί να είναι η καλύτερη «λύση». Οι δεξιοί, οι κεντρώοι ακόμα και οι περισσότεροι αριστεροί σχολιαστές ασκούν αυτό τον ιδεολογικό έλεγχο, άλλοι συνειδητά και άλλοι όχι. Έτσι στις αντιπαραθέσεις αυτοί που ζητούσαν «περισσότερη ή καλύτερη κυβερνητική ρύθμιση» των χρηματιστικών αγορών, υπερίσχυσαν αυτών που ακόμα «εξακολουθούν να έχουν περισσότερη εμπιστοσύνη στις ιδιωτικές επιχειρήσεις και στην ελεύθερη αγορά». Και οι δύο πλευρές περιορίζουν το δημόσιο διάλογο στο περισσότερη ή λιγότερη κρατική παρέμβαση για «να σωθεί η οικονομία». Έχουμε επίσης διαμάχες για τις λεπτομέρειες της κρατικής παρέμβασης: οι πολιτικοί θέλουν «να βοηθήσουν τα θύματα του κλεισίματος των επιχειρήσεων», ή θέλουν «να περιορίσουν τα πακέτα πληρωμών των κεφαλαιούχων», ή θέλουν «να πετάξουν τα σάπια μήλα έξω από την χρηματοπιστωτική βιομηχανία», ενώ οι εκπρόσωποι των διάφορων χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων προσπαθούν να διαμορφώσουν τις λεπτομέρειες έτσι ώστε να ταιριάζουν στα συμφέροντά τους. Όλοι όσοι συμμετέχουν στο «διάλογο» προβαλλόμενοι κατά κόρον από τα ΜΜΕ ,είναι εκείνοι που με τον ένα ή άλλο τρόπο συμμετείχαν από κυβερνητικές θέσεις ή αποτελούν μέρος του ακαδημαϊκού κατεστημένου ή του χρηματοπιστωτικού τομέα στη δημιουργία αυτής της κρίσης. Όλοι όσοι προκάλεσαν αυτοί την κρίση έρχονται τώρα να εισηγηθούν μέτρα για την υπέρβασή της. Πρέπει να θυμόμαστε ότι οι κρίσεις πάντα γεννούν «λύσεις» –όπως οι προηγούμενες– οι οποίες συντηρούν το βασικό σύστημα. Χρειάζεται επίσης να προωθήσουμε εναλλακτικές που δεν υπόκεινται στο κατεστημένο και διευρύνουν τη συζήτηση, αναδεικνύοντας τους κινδύνους της μη αλλαγής του συστήματος αλλά και τα οφέλη της αλλαγής.


Είναι εντυπωσιακό και συγχρόνως αποκαλυπτικό ότι κατά περίεργο τρόπο οι προτάσεις είναι πανομοιότυπες .Οι G-20 στην πρόσφατη σύνοδο της Ουάσιγκτον συμφώνησαν ότι …..συμφωνούν ότι χρειάζεται …διαφάνεια …έλεγχος…ελεγκτικοί μηχανισμοί… κτλ. Όλοι όσοι γνωρίζουν την ιστορία και τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος τα τελευταία 20 χρόνια μόνο να γελάσουν τρανταχτά δύνανται. Βεβαίως παραμένουν μόνο προτάσεις οι οποίες αναφέρονται αποκλειστικά στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα .
Εδώ χρειάζεται να υπενθυμίσουμε τα εξής: το Παγκόσμιο Χρηματοπιστωτικό Σύστημα είναι το τελευταίο βαγόνι ενός τραίνου, το οποίο σύρεται από το βαγόνι του Διεθνούς Νομισματικού Συστήματος, το οποίο με τη σειρά του σύρεται από το βαγόνι της εφαρμοσμένης Οικονομικής Πολιτικής, το οποίο σύρεται από το βαγόνι του επικρατούντος υποδείγματος ή του επικρατούντος επιστημονικού προγράμματος της Οικονομικής Θεωρίας, το βαγόνι του οποίου με τη σειρά του έχει επιλεγεί εκ μέρους των κυρίαρχων κυβερνήσεων των ανεπτυγμένων χωρών και οι οποίες αποτελούν την ατμομηχανή της όλης διαδικασίας.
Οι παροικούντες στην Ιερουσαλήμ γνωρίζουν ότι χωρίς αλλαγή του οικονομικού υποδείγματος, οι όποιες αλλαγές στο χρηματοπιστωτικό σύστημα αποτελούν πομφόλυγα η οποία θα εκραγεί με βαρύτερο κρότο στην επομένη χρηματοπιστωτική κρίση η οποία θα συμβεί πάλι σε «ανύποπτο» (πολύ κοντινό ) μελλοντικό χρόνο.
Τι προσπαθούμε να υποστηρίξουμε γράφοντας τα παραπάνω; Ότι ο συγκεκριμένος τρόπος λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος δεν είναι καθόλου ανεξάρτητος από τον θεσμοθετημένο ρόλο λειτουργίας του ΔΝΣ και των πυλώνων διαχείρισης και εφαρμογής της απορρέουσας εξ αυτού , οικονομικής πολιτικής . Δηλαδή του ΔΝΤ, ΠΟΕ , Παγκόσμιας Τράπεζας αλλά και όλων των δημιουργηθέντων εποπτικών και ελεγκτικών μηχανισμών (γιατί υπάρχουν και τέτοιοι) όπως της Τραπέζης Διεθνών Διακανονισμών, The Basel Committee on Banking Supervision, της Διεθνούς Επιτροπής Λογιστικών Προτύπων(ISAC), The Committee on the Global Financial System (CGFS), The Committee on Payment and Settlement Systems (CPSS) the Financial Stability Institute (FSI),τα υποδείγματα διαχείρισης κινδύνων που έχουν αναπτυχθεί από τις μεγαλύτερες τράπεζες του πλανήτη , τις διευθύνσεις Διαχείρισης Κινδύνων που δημιουργήθησαν εντός των τραπεζικών ιδρυμάτων οι οποίοι αποδείχτηκαν αναποτελεσματικοί και ανίκανοι όχι μόνο να προστατεύσουν την παγκόσμια οικονομία από την βρισκόμενη σε πλήρη εξέλιξη συστημική κρίση αλλά και να προβλέψουν έστω και υπαινικτικά την επερχόμενη καταστροφή για τα ίδια τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που υπηρετούν.[8]
Το πρόβλημα συνίσταται ότι οι ρυθμίσεις αυτές αφορούν στις αστοχίες της αγοράς που απορρέουν από τον τρόπο λειτουργίας του νεοκλασικού υποδείγματος στο οποίο είναι δομημένο το σύγχρονο χρηματοπιστωτικό υπόδειγμα . Έτσι οι ρυθμίσεις κατευθύνονται ουσιαστικά στην διασφάλιση της αποτελεσματικής λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και των συνδεδεμένων άμεσα με αυτό υπολοίπων συστημάτων (τραπεζικού ,κεφαλαιαγοράς, ασφαλιστικών εταιριών, συστήματος πληρωμών…) όπως αυτή εννοιολογικά συλλαμβάνεται από το νεοκλασικό υπόδειγμα.[9] Στον τρόπο λειτουργίας του ΔΝΣ συμπυκνώνεται ο τρόπος ρύθμισης της οικονομίας σύμφωνα με το κυρίαρχο οικονομικό υπόδειγμα που καθίσταται τέτοιο μόνο μετά την υιοθέτησή του από την(τις) κυρίαρχη(ες) δύναμη(εις) του πλανήτη. Το καθεστώς που διέπει τον καθορισμό των συναλλαγματικών ισοτιμιών εκφράζει συμπυκνωμένα αλλά επακριβώς τα καθεστώτα που διέπουν: α) το διεθνές εμπόριο προϊόντων και υπηρεσιών και β) τη διεθνή κίνηση κεφαλαίων. Ως εκ τούτου εκφράζει την κυρίαρχη άποψη του επικρατούντος οικονομικού υποδείγματος και της οικονομικής θεωρίας που το στηρίζει. Η αδυναμία συμφωνίας, σε θεωρητικό επίπεδο , για το κατάλληλο καθεστώς του ΔΝΣ , και η διαδοχική εφαρμογή διαφόρων καθεστώτων στα τελευταία 200 χρόνια , δείχνει ότι το πρόβλημα επιλύεται στο πλαίσιο κατίσχυσης των συμφερόντων των μεγάλων δυνάμεων ή της ηγεμονικής δύναμης και των περιορισμών που επιβάλλει η φάση ανάπτυξης του καπιταλιστικού συστήματος.
Επομένως ,όπως εύκολα γίνεται κατανοητό , το ευρύτερο πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί να αναλυθεί η παρούσα κρίση είναι το σύστημα κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών που καθιερώθηκε μετά την κατάρρευση του συστήματος Bretton Woods (1944), το οποίο δημιουργήθηκε πάνω στα χαλάσματα του Συστήματος Ανταλλαγής Χρυσού (Gold Exchange Standard) ( Genova 1922) και το οποίο δημιουργήθηκε πάνω στα συντρίμμια του Συστήματος Χρυσού ( Gold Exchange).(1844)[10] .
Η διαδοχή αυτή δεν μπορεί παρά να εκφράζει αφενός τα δημιουργούμενα αδιέξοδα των παραπάνω συστημάτων και αφετέρου τις αναγκαίες συνεχείς απαιτήσεις για τη διευρυμένη αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος τις οποίες καλείται να διεκπεραιώσει ως φορέας ιδίων συμφερόντων η εκάστοτε ηγετική δύναμη ή ομάδα των κυρίαρχων χωρών.
Η ηγετική δύναμη ή ομάδα μπορεί να υπάρξει μόνο αν αναπαράγει αφενός συνεχώς στο εσωτερικό της τις πηγές της υπεροχής της και αν ξέρει αφετέρου να εκμεταλλευτεί τη διεθνή ρύθμιση του παγκόσμιου συστήματος σαν πηγή της ηγεμονίας της[11].
Είναι γνωστό ότι τα κοινωνικο-ιστορικά υποκείμενα (φυσικά ή θεσμικά) παίζουν σημαντικό ρόλο στην ιστορία καθιστώντας την ανοιχτή ως προς τις πιθανές εκβάσεις , γιατί δεν δρα εντός της μια πάγια ιεραρχία παραγόντων , όπου ο ένας είναι πιο καθοριστικός από κάποιον άλλον, αλλά το βάρος και η σπουδαιότητά τους ποικίλλουν συνεχώς ανάλογα με τη συγκυρία. Έτσι η Ιστορία αποκαθάρεται από κάθε είδος εσχατολογικές προσεγγίσεις.
Οι συμφωνίες για την όποια μεταρρύθμιση του ΔΝΣ , που αποτελεί το πρώτο και ουσιαστικό πρόβλημα, πρέπει να συνοδεύονται απαραιτήτως από συγκεκριμένους κανόνες για το σχεδιασμό της νομισματικής πολιτικής στην παγκόσμια οικονομία. Η θέσπιση τέτοιων κανόνων απαιτεί είτε διευρυμένη και απρόσκοπτη συνεργασία των εθνικών οικονομικών αρχών κατά το σχεδιασμό της νομισματικής πολιτικής είτε την ύπαρξη μιας ιδιαίτερης ασύμμετρης σχέσης μεταξύ των χωρών που συμφωνούν στη μεταρρύθμιση. Ωστόσο , οι αναγκαίες αυτές συνθήκες δεν ικανοποιούνται στο σύγχρονο οικονομικό περιβάλλον. Οι κυριότερες αναπτυγμένες βιομηχανικές χώρες είναι εξαιρετικά δύσκολο να συμφωνήσουν και να αποδεχθούν κοινούς κανόνες στο σχεδιασμό της νομισματικής πολιτικής. Στο σύγχρονο οικονομικό περιβάλλον ,στο οποίο οι νομισματικές αρχές των κυριοτέρων βιομηχανικών χωρών διατηρούν την πλήρη ανεξαρτησία τους καμία δέσμευση δεν μπορεί να παραμείνει ισχυρή και ανθεκτική για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ ανεξαρτήτων εθνικών χωρών για το σχεδιασμό κοινής νομισματικής πολιτικής πάσχει αναπόφευκτα από έλλειψη αξιοπιστίας.
Η πρώτη συστηματική «ειδική» ματιά δείχνει απροκάλυπτα τις ασυνάρτητες ρητορείες που εκστομίζονται από την διεθνή και εγχώρια πολιτική τάξη. Εκτός και αν γνωρίζοντες την πραγματικότητα μας λοιδορούν με πομφόλυγες τύπου Παγκόσμιας Διακυβέρνησης .

Όμως σχετικά με τα μελλούμενα υπάρχει κάτι που πρέπει να προβληματίσει πολύ περισσότερο από όλους την Αριστερά. Βλέπουμε ότι οι θεωρίες της Αριστεράς για τον αντικοινωνικό και πιθανόν ακραίο χαρακτήρα του καπιταλισμού επαληθεύονται, και οι αριστεροί χαμογελούν, τρίβοντας τα χέρια τους και είναι έτοιμοι για τις πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες της κρίσεως. Θα έπρεπε; Ή ίσως θα έπρεπε να αναρωτηθούν πόσο προετοιμασμένοι είναι να αντιμετωπίσουν αυτή τη νέα κρίση με αριστερές εναλλακτικές; Όχι μόνο με θεωρίες, αλλά με πολιτική, κοινωνική και ιδεολογική ισχύ να συγκρουσθούν με την ηγεμονία που βρίσκεται σε κρίση. Είναι έτοιμοι να αναλογιστούμε αν τα μέτρα που λήφθηκαν από τις κυβερνήσεις δεν θα σημαίνουν περισσότερα βάσανα για τους φτωχούς, περισσότερη απελπισία, εγκατάλειψη, ανεργία και επισφαλή εργασία, χωρίς οι άνθρωποι να μπορούν να δουν εναλλακτικές;Αν είναι απλά έτοιμοι να παίξουμε έναν διανοητικό ρόλο, αυτόν των επικριτών του καπιταλισμού, αυτή η κρίση είναι μια μεγάλη γιορτή. Μπορούν να πανηγυρίζουν και να παράγουν –ημέρα με την ημέρα, εβδομάδα με την εβδομάδα– νέα άρθρα τα οποία προβλέπουν –«όπως έχουμε ήδη γράψει»– το σύντομο τέλος του καπιταλισμού.[12]

Ολόκληρο το άρθρο έχει δημοσιευθεί στη Μηνιαία Επιθεώρηση 49 , Ιανουάριος 2009.



ΙΙ Προβληματισμοί και Ζητήματα της Ευροζώνης.

Τρίτη, 13 Απριλίου 2010

Για το Ζήτημα της παιδείας...

ΠΟΛΥΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ:
«ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΡΟΛΟΥ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ»


Παρουσιάζεται σήμερα το πολυνομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, στο Υπουργικό Συμβούλιο, το οποίο συνεδριάζει υπό τον Πρωθυπουργό.
Στη συνέχεια θα κατατεθεί στη Βουλή.
Το πολυνομοσχέδιο
συνιστά την πρώτη νομοθετική ρύθμιση που θεμελιώνει το Νέο Σχολείο, και ξεκινά από τον εκπαιδευτικό
ταυτόχρονα, προχωράει σε αλλαγές σε ένα ευρύ φάσμα ζητημάτων της εκπαίδευσης, καθώς στην ουσία πρόκειται για τέσσερα νομοσχέδια σε ένα.

Αναλυτικά, οι θεματικές ενότητες του πολυνομοσχεδίου έχουν ως εξής:

Α. Η σχέση του εκπαιδευτικού με την εκπαίδευση επαναπροσδιορίζεται υπηρετώντας την αρχή ‘’Πρώτα ο Μαθητής’’.
Στόχος είναι η ανάδειξη του εκπαιδευτικού σε πρωταγωνιστή των αλλαγών για την αναβάθμιση της εκπαίδευσης για αυτό και προωθείται μια σειρά καινοτόμων πρωτοβουλιών του Υπουργείου Παιδείας που αφορούν το σύνολο της εργασιακής διαδρομής των εκπαιδευτικών. Μεταξύ αυτών: η καθιέρωση Πιστοποιητικού Παιδαγωγικής –Διδακτικής Κατάρτισης, ο θεσμός του «δόκιμου εκπαιδευτικού», η διασφάλιση αντικειμενικού και ενιαίου τρόπου επιλογής και πρόσληψης μέσω ΑΣΕΠ, η πραγματοποίηση μεταθέσεων και αποσπάσεων μόνο με βάση πραγματικά κενά και πραγματικές ανάγκες και αντικειμενικές διαδικασίες, η καθιέρωση πιστοποιητικού διοικητικής επάρκειας και η θέσπιση της Αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου της σχολικής και της διοικητικής μονάδας.

Β. Επείγουσες βελτιωτικές παρεμβάσεις στην λειτουργία της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης
Με σειρά νομοθετικών ρυθμίσεων επιχειρείται η βελτίωση της λειτουργίας των Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. Οι ρυθμίσεις στοχεύουν στην αναβάθμιση της παρεχόμενης από τα ιδρύματα Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης.
Στην μεταβατική αυτή φάση, και πριν την ριζική αναμόρφωση του πλαισίου λειτουργίας της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, προωθούνται με το νομοσχέδιο, αναγκαίες επείγουσες ρυθμίσεις άμεσης εφαρμογής.

Γ. Αναδιάρθρωση της Δευτεροβάθμιας Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης. Οικονομίες Κλίμακας
Οι προτεινόμενες διατάξεις αφορούν ρυθμίσεις για τη συγχώνευση και κατάργηση Εκκλησιαστικών σχολείων καθώς και στη διευθέτηση θεμάτων της δευτεροβάθμιας εκκλησιαστικής εκπαίδευσης και σειράς εκκρεμοτήτων που αφορούν συνολικότερα την Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα.

Δ. Τέλος στο χάος της ασυμβατότητας της μεταλυκειακής εκπαίδευσης με το κοινοτικό δίκαιο. Νέο θεσμικό πλαίσιο, με εθνικό έλεγχο για την πιστοποίηση δομών
Η εσπευσμένη χορήγηση αδειών ίδρυσης και λειτουργίας Κολλεγίων στην χώρα μας από την προηγούμενη κυβέρνηση με τα γνωστά αποτελέσματα, δημιουργεί την ανάγκη σύννομης χορηγήσεως νέων αδειών ώστε οι δομές αυτές να λειτουργήσουν, σε ένα σαφές και μη αμφισβητούμενο θεσμικό πλαίσιο.
[]